Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Ζευγάρια στα δικαστήρια


Ζευγάρια στα δικαστήρια



Εάν τριγυρνάς στα δικαστικά μέγαρα, συχνά γίνεσαι μάρτυρας ομηρικών καβγάδων, απειλών, συγκρούσεων και γενικώς εντάσεων. Έξω από τις αίθουσες που διεξάγονται οι ποινικές δίκες θα ακούσεις κλάματα και ανάμεσά τους ύβρεις και προσβολές.  Παρ΄όλη την εξοικείωσή σου με αυτό το περιβάλλον, ορισμένες φορές, οι φωνές είναι τέτοιες που δεν γίνεται να σε αφήσουν αδιάφορο και ασυγκίνητο.Τότε, κατά πάσα πιθανότητα, έχει γίνεις μάρτυρας των παραλειπόμενων μιας δίκης διαζυγίου.
Του Αλέξανδρου  Κ.  Βαρνάβα *
Τα μεγαλύτερα πάθη εγείρονται στις δίκες αυτές, περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία δικαίου. Έρωτες που λήγουν άδοξα σε κάποιο γραφείο δικαστή και παιδιά για τα οποία πλέον θα φροντίσει ο νομοθέτης. Η ραγδαία αύξηση των διαζυγίων την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, φαίνεται να προκαλείται από το ασθενές φύλο, καθώς το 70% και πλέον των διαζυγίων κινούνται καταρχήν από τις γυναίκες. Κύρια αιτία φαίνεται να είναι η μοιχεία, αν και τις περισσότερες φορές η είδηση αυτή δε φτάνει στις αίθουσες των ακροατηρίων, καθώς ουδείς θέλει να εκτίθεται. Άλλη αιτία που ακολουθεί είναι τα οικονομικά προβλήματα, τα οποία γιγαντώνονται πλέον με την κρίση με αποτέλεσμα να παρατηρείται και σε παγκόσμιο επίπεδο αύξηση των διαζυγίων. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε το Ινστιτούτο Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας (ΙΨΣΥ) μέσα σε έναν χρόνο σημειώθηκε αύξηση στα διαζύγια της τάξης του 11,4%. Χαρακτηριστική είναι η έκθεση αυστραλιανής φιλανθρωπικής οργάνωσης που αναφέρει ότι όταν ένας από τους δυο σε ένα ζευγάρι βιώσει την ανεργία για ένα χρονικό διάστημα οι πιθανότητες να χωρίσει μέσα στον επόμενο χρόνο φτάνουν το 70%. Όποιοι και αν είναι οι λόγοι βέβαια, η συντριπτικά πλειοψηφούσα «επίσημη» αιτία χωρισμού είναι η ασυμφωνία χαρακτήρων.

Τα είδη των διαζυγίων 
Υπάρχουν δύο είδη διαζυγίων, λίγο-πολύ γνωστά. Το συναινετικό διαζύγιο που κερδίζει έδαφος συνεχώς, καθώς αποτελεί την πλέον γρήγορη και «φτηνή» λύση που μπορεί να βρει εφαρμογή σε πρώην ζευγάρια με ένα minimum επίπεδο συνεννόησης και το κατ’ αντιδικία διαζύγιο, που είναι και το σύνηθες σε περίπτωση ύπαρξης παιδιών.

Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή στο συναινετικό διαζύγιο τα πράγματα είναι απλά. Οι σύζυγοι με τους δικηγόρους τους ή με τον δικηγόρο τους (μπορούν να έχουν τον ίδιο) μοιράζουν τα περιουσιακά στοιχεία εξωδικαστικά, συμφωνούν για την επιμέλεια των παιδιών εάν υπάρχουν, και συντάσσουν πρακτικό το οποίο καταθέτουν στο δικαστήριο και το οποίο στο 99% των περιπτώσεων γίνεται δεκτό. Για να χωρίσει ένα ζευγάρι συναινετικά, θα πρέπει να είναι παντρεμένο τουλάχιστον 1 έτος και θα πρέπει να περιμένει 6 μήνες τουλάχιστον μεταξύ των δύο διαδοχικών δικών που γίνονται. Το εξάμηνο αυτό προβλέπεται στα περισσότερα δυτικά κράτη και σκοπός του είναι να δώσει το χρονικό περιθώριο εκείνο στους συζύγους να λειτουργήσουν με την πραγματική και ώριμη βούλησή τους, αφού επανεξετάσουν το ενδεχόμενο της επανασύνδεσης.
Το διαζύγιο με αντιδικία αποτελεί ένα ιδιαίτερα μεγάλο κεφάλαιο, που ξεκινάει με την κατάθεση αιτήσεως διαζυγίου στο δικαστήριο από τον ένα εκ των δύο συζύγων. Μπορεί να έχουν προηγηθεί δικαστήρια για ασφαλιστικά μέτρα με αίτημα την μετοίκηση του αιτούντος ή του κα’θου η αίτηση συζύγου, προκειμένου να αποβληθεί από τη συζυγική εστία ο ένας εκ των δύο. Σύμφωνα με το άρθρο 1439 § 1 του Α.Κ., ο δικαστικός αγώνας ξεκινά από την κατάθεση αίτησης διαζυγίου από τον ένα σύζυγο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Ο ισχυρός κλονισμός επέρχεται από γεγονότα που αφορούν στα πρόσωπα των δύο συζύγων και όχι σε τρίτα πρόσωπα, και που απορρέουν κυρίως από παραβιάσεις ηθικής ή νομικής συμπεριφοράς του άλλου συζύγου. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε σαν γεγονότα ισχυρού κλονισμού τον αλκοολισμό, τη βία, τη σεξουαλική ανικανότητα και άλλα τα οποία όμως εξετάζονται ως πραγματικά περιστατικά από το δικαστήριο και κρίνονται sui generis, κατά περίπτωση, για το αν και κατά πόσο έχουν καταστήσει αφόρητη τη συμβίωση και σε κάθε περίπτωση με το βάρος της απόδειξης να πέφτει στον αιτούντα το διαζύγιο. Παρόλα αυτά με το άρθρο  1439 § 2 του Α.Κ., θεσπίζονται και κάποια μαχητά τεκμήρια, των οποίων το βάρος αντίκρουσης φέρει ο σύζυγος εναντίον του οποίου στρέφεται η αίτηση διαζυγίου. Συγκεκριμένα τα μαχητά τεκμήρια του άρθρου αυτού είναι η περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας και η εγκατάλειψη του ενάγοντος ή η επιβουλή της ζωής, για τα οποία σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν προκάλεσαν παρά την ύπαρξή τους ισχυρό κλονισμό.
Αμάχητο τεκμήριο πρόκλησης ισχυρού κλονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 14. Ν 3719/2008 είναι η συνεχής και χωρίς παύσεις (εξαιρουμένων πιθανών βραχύχρονων προσπαθειών αποκατάστασης της σχέσης τους) διετής διάσταση των συζύγων την οποία μπορεί να επικαλεστεί ακόμα και ο σύζυγος ο οποίος ευθύνεται για τον ισχυρό κλονισμό της σχέσης, προκειμένου να υποστηρίξει την αίτηση διαζυγίου. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει η διάσταση να είναι τόσο ψυχική, πνευματική όσο και σωματική και συνήθως εκδηλώνεται με μετοίκηση του ενός εκ των δύο συζύγων, δεν είναι λίγες οι φορές όμως που διαπιστώνεται η διάσταση και τεκμαίρεται ισχυρός κλονισμός, ακόμα και εάν το ζευγάρι ζει κάτω από την ίδια στέγη, αλλά απομακρυσμένο ψυχικά και σωματικά, απέχοντας από τα συζυγικά καθήκοντα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σε αυτήν την τελευταία περίπτωση, τη διετή διάσταση, είναι αδιάφορη για το δικαστήριο η μεμονωμένη επιθυμία του ενός εκ των δύο συζύγων για επανένωση.
Μία από τις κυριότερες οικονομικές συνέπειες του διαζυγίου, βάσει της νομολογίας, είναι η γέννηση αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, δηλαδή εφόσον η περιουσία του ενός συζύγου αυξηθεί μετά τον γάμο, ο άλλος σύζυγος που συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, δικαιούται να απαιτήσει να του αποδοθεί το μέρος της αύξησης το οποίο προέρχεται από την δική του συμβολή.
Διατροφή 
1) Προσωρινή διατροφή (πριν το διαζύγιο)                                        .
Σύμφωνα με το άρθρο 1391 του ΑΚ σε περίπτωση που ο σύζυγος διέκοψε για εύλογη αιτία την έγγαμη συμβίωση οφείλει να καταβάλει στον άλλο σύζυγο διατροφή, η οποία προκαταβάλλεται κάθε μήνα. Για να δικαιούται κάποιος λοιπόν από τους συζύγους προσωρινή διατροφή θα πρέπει να συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις όπως η διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, δηλαδή κάθε γεγονός που οδήγησε στον κλονισμό της έγγαμου σχέσης. Για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης διατροφής λαμβάνονται υπόψη η οικονομική κατάσταση κάθε συζύγου όπως τα περιουσιακά του στοιχεία ή και τα εισοδήματά του, οι εκάστοτε οικογενειακές ανάγκες (π.χ. ενοίκιο, ρουχισμός, τροφή, λογαριασμοί ΔΕΚΟ, κοινόχρηστα κ.λ.π.) Οι οικογενειακές ανάγκες σχετίζονται άμεσα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής , δηλαδή ο κάθε σύζυγος θα πρέπει να ζει στο ίδιο βιοτικό επίπεδο που ζούσε πριν την διακοπή της έγγαμου συμβίωσης, συνυπολογίζοντας παράγοντες όπως η ηλικία  ή η υγεία του κ.λ.π.
Η διατροφή μπορεί να ελαττώνεται, να αυξάνεται ή ακόμα και να παύει, ανάλογα με τις περιστάσεις (π.χ. αν αλλάξει η οικονομική κατάσταση ενός εκ των συζύγων).

2) Διατροφή (μετά το διαζύγιο)                                       .
Το ελληνικό δίκαιο εξαρτά την υποχρέωση διατροφής από την δυνατότητα του συζύγου να μπορέσει να ζήσει ο ίδιος τον εαυτό του, από τα περιουσιακά του στοιχεία και τα εισοδήματά του και όχι από την υπαιτιότητά του στον ισχυρό κλονισμό. Έτσι ο πρώην σύζυγος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει την διατροφή του από την δική του περιουσία και το εισόδημα του δικαιούται διατροφής εν πρώτοις σε περίπτωση που έχει την επιμέλεια παιδιού και γι αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ή αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία και χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση. Σε αυτή την περίπτωση το διάστημα χορήγησης διατροφής δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου. Άλλη περίπτωση είναι όταν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος της προαναφερθείσης τριετίας, ο σύζυγος βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί ή να αρχίσει ή να συνεχίσει στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος ώστε να εξασφαλίζει από αυτό την διατροφή του. Βέβαια και εδώ όταν πάψει η ανικανότητα προς εργασία παύει και το δικαίωμα διατροφής. Τέλος, σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας . Εδώ πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις και ο νόμος δίνει την δυνατότητα στον δικαστή να επιδικάσει διατροφή στον σύζυγο εφ’ όσον κατά την κρίση του, αυτό είναι δίκαιο. Ο υπόχρεος προς διατροφή θα πρέπει να είναι εύπορος, δηλαδή να μπορεί να καταβάλει διατροφή ενόψει των υποχρεώσεών του χωρίς να κινδυνεύει η δική του διατροφή. Ο υπολογισμός της διατροφής γίνεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου που προκύπτουν μετά το διαζύγιο και περιλαμβάνει τα αναγκαία για την συντήρηση του , την διατροφή του και την εκπαίδευση του.


3) Διατροφή τέκνων
Κατά το άρθρο 1486 εδ. β του Α.Κ. το ανήλικο τέκνο, ακόμα και αν έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του δεν αρκούν για την διατροφή του. Αρκεί λοιπόν τα εισοδήματα του ανηλίκου παιδιού από την περιουσία του ή το προϊόν εργασίας του να μην επαρκεί για να δικαιούται διατροφή χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εκποιήσει την περιουσία του. Στην περίπτωση που το ανήλικο παιδί μπορεί να στραφεί εναντίον άλλου υπόχρεου ή όταν μπορεί το ανήλικο να διατραφεί από τα εισοδήματά του και την περιουσία του, και μόνο τότε ο υπόχρεος προς διατροφή γονέας μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν μπορεί να δώσει διατροφή, φέροντας και το βάρος της απόδειξης βάσει του μεγέθους της περιουσίας του και των λοιπών υποχρεώσεών του και προβάλλοντας την διακινδύνευση της διατροφής του. Θα πρέπει δηλαδή να αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση είναι τέτοια που αν αυτός υποχρεωνόταν να καταβάλει διατροφή θα υπήρχε άμεσος κίνδυνος να μην μπορεί να διαθρέψει  τον εαυτό του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται βάσει των αναγκών του παιδιού, κατά περίπτωση για κάθε παιδί και τις συνθήκες της ζωής του, την ηλικία του, την υγεία του, τις ικανότητές του κ.λ.π. και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για την συντήρηση, την ανατροφή, και την εν γένει εκπαίδευση του.

Το ύψος της διατροφής μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες του και το κόστος ζωής του και μπορεί να παύει, όπως επίσης μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται από το δικαστήριο σε κάθε μεταβολή των όρων διατροφής. Τις αξιώσεις διατροφής που έχει το παιδί κατά του γονέα ο οποίος δεν έχει τη επιμέλεια του, τις ασκεί ο γονέας που έχει την επιμέλεια του παιδιού. Εφόσον υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος (π.χ. άμεσο θέμα υγείας), μπορεί να επιδικασθεί προσωρινή διατροφή με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Κλείνοντας, ενδιαφέρον είναι το σημείο όπου η διατροφή συναντά και τον Ποινικό Κώδικα, αφού κατά το άρθρο 358 του Π.Κ. η παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής αποτελεί ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Πριν γίνουν όλα αυτά βέβαια, η μόνιμη προτροπή του καλού δικηγόρου είναι η προσπάθεια επίλυσης των όποιων προβλημάτων, αν μη τι άλλο σε διαπραγματευτικό κλίμα, ιδιαίτερα δε, σε περίπτωση ύπαρξης παιδιών. Σε αυτές τις τόσο ευαίσθητες δικαστηριακές περιπτώσεις, ο δικηγόρος γίνεται εν πρώτοις ψυχολόγος και συμπαραστάτης, και όχι άκριτος εντολοδόχος εκδικητικών και πολλές φορές άνευ ουσίας κονταροχτυπημάτων. J!
*Ο Αλέξανδρος Βαρνάβας είναι δικηγόρος, νομικός σύμβουλος του J! | info@varnavaslaw.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου