Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Η τυπολογία του έλληνα πατέρα και ο ρόλος της στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και της αυτοεκτίμησης των παιδιών σχολικής ηλικίας. No1




Π.Μ.Σ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ





ΧΑΡΟΚΟΠΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ



ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ









ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ




Η τυπολογία του έλληνα πατέρα και ο ρόλος της στην ανάπτυξη της

ενσυναίσθησης και της αυτοεκτίμησης των παιδιών σχολικής ηλικίας







ΑΘΗΝΑ 2011




Η παρούσα διπλωματική εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο των σπουδών για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην


ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ & ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ



που απονέμει το Τμήμα Οικιακής Οικονομίας & Οικολογίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.


Εγκρίθηκε την………………………. από την εξεταστική επιτροπή:






ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ                                                   ΒΑΘΜΙΔΑ

  
ΑΙΚ.ΜΑΡΙΔΑΚΗ-ΚΑΣΣΩΤΑΚΗ                                Καθηγήτρια
(Επιβλέπουσα)

ΑΙΚ.ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ                                               Λέκτορας

Β. ΚΩΣΤΑΡΕΛΛΗ                                                      Καθηγήτρια









Πρόλογος



Μέσω αυτής της Διπλωματικής Εργασίας, που είχε ως επιβλέποντες τις κυρίες Μαριδάκη –Κασσωτάκη Αικατερίνη, Αντωνοπούλου Αικατερίνη και Κωσταρέλλη Βασιλική, διεξήχθη ηπαρούσα έρευνα, η οποία αφορά το ρόλο της τυπολογίας του έλληνα πατέρα στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και της αυτοαντίληψης των παιδιών της σχολικής ηλικίας (9 - 12 ετών).

Το θέμα αυτό θεωρείται σημαντικό, διότι με βάση τη βιβλιογραφική ανασκόπηση που πραγματοποιήθηκε, διαπιστώθηκε πως δεν υπάρχουν σχετικές έρευνες στη χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως είναι λιγοστές εκείνες που επικεντρώνονται στη μελέτη των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας των παιδιών σε σχέση με τον πατέρα.



Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να ευχαριστήσω τις επιβλέπουσες καθηγήτριες μου για την πολύτιμη καθοδήγηση και τη βοήθεια που μου παρείχαν, καθώς και την οικογένεια μου για την κατανόηση και την αμέριστη συμπαράσταση που μου προσέφερε. Επίσης, τους διευθυντές και τους δασκάλους των Δημοτικών Σχολείων της Ζαχάρως, του Καλλικώμου και των Κρεστένων στο νομό Ηλείας για τη συνεργασία τους και όλους τους μικρούς μαθητές που με προθυμία και ενδιαφέρον συμμετείχαν στην έρευνα, διότι χωρίς αυτούς δεν θα ήταν δυνατή η διεξαγωγή της.



Τέλος, αυτή τη Διπλωματική Εργασία θα ήθελα να την αφιερώσω στους δύο Αγησίλαους, που δεν συναντήθηκαν ποτέ. Στον έναν που έφυγε από τη ζωή και με «δίδαξε» να ζω ηθικά και να αγωνίζομαι και στον άλλο που ήρθε στη ζωή και με «μαθαίνει» να είμαι πατέρας.



Δημήτριος Α. Αλεξόπουλος




Περίληψη

Η παρούσα έρευνα εξετάζει τις απόψεις παιδιών της σχολικής ηλικίας, σχετικά με την τυπολογία του πατέρα τους, καθώς και τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις απόψεις αυτές, την ενσυναίσθηση και την αυτοεκτίμηση τους. Στην έρευνα συμμετείχαν 190 μαθητές (104αγόρια και 84 κορίτσια) με μέσο όρο ηλικίας 11,38 έτη (τ.α.= 8,8), οι οποίοι συμπλήρωσαν τα ερωτηματολόγια: (α) «Ερωτηματολόγιο Τυπολογίας Tου Έλληνα Πατέρα», (β) «Index ofEmpathy for Children and Adolescents» και (γ) «Πώς Αντιλαμβάνομαι Τον Εαυτό Μου ΙΙ». Τα αποτελέσματα της έρευνας ανέδειξαν σημαντικές συσχετίσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι μαθητές που πιστεύουν ότι ο πατέρας τους είναι υποστηρικτικός τείνουν να αποδίδουν στον εαυτό τους υψηλή ενσυναίσθηση και υψηλή αυτοεκτίμηση, ενώ οι μαθητές που αντιλαμβάνονται τον πατέρα τους ως αυταρχικό ή αυστηρό τείνουν να έχουν χαμηλό επίπεδο ενσυναίσθησης και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Σε ότι αφορά τον επιτρεπτικό τύπο πατέρα, όπως τον αντιλαμβάνονται τα παιδιά, δε βρέθηκαν συσχετίσεις με τις ανωτέρω διαστάσεις. Επιπλέον, βρέθηκαν θετικές συσχετίσεις μεταξύ του υποστηρικτικού τύπου πατέρα, όπως τον αντιλαμβάνονται τα παιδιά και πτυχών της αυτοαντίληψης τους, όπως η σχολική ικανότητα, η σχέση με τους συνομήλικους, η αθλητική ικανότητα, η φυσική εμφάνιση και η διαγωγή –συμπεριφορά. Τα βασικά ευρήματα της παρούσας μελέτης μπορούν να αξιοποιηθούν στο χώρο της παιδαγωγικής ψυχολογίας, της σχολικής συμβουλευτικής και από τους επιστημονικούς φορείς – κλάδους που ασχολούνται με τη γονεϊκότητα. Προτείνεται η επέκταση της μελέτης της πατρικής τυπολογίας στην ελληνική πραγματικότητα.

Λέξεις κλειδιά: Πατρική τυπολογία, έφηβοι, ενσυναίσθηση, αυτοεκτίμηση



Abstract

This study examines the relationship between adolescents’ perceptions of their father’sparenting style and certain adolescents’ psychosocial characteristics naming empathy, self-concept and global self-esteem. One hundred and ninety students (mean age = 11.38 years, SD = 8.8) completed the Parenting Styles and Dimensions Questionnaire, the Index of Empathy for Children and Adolescents and the Self-Perception Profile for Children and Adolescents. Data were analyzed using descriptive statistics, Pearson’s correlations and regression analysis. Findings suggested that there is a significant link between fatherparenting style as perceived by adolescents and adolescents’ empathy, domains of self-concept and global self-esteem. The participating students tended to perceive their fathers assupportive, while perceptions of individual areas of self and empathy were quite high. Finally, adolescents’ perception of their father’s parenting style was a significant factor inpredicting adolescents’ global self-esteem and empathic behavior. The present findingssupport previous evidence attesting to a link between parenting, parent - adolescentcommunication and aspects of adolescents’ psychosocial development.
Key words: Paternal typology, adolescents, empathy, self-esteem


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή ............................................................................. 8

Κεφάλαιο 1: Η γονεϊκή τυπολογία (parenting style) ................. 10
1. 1. Πώς η γονεϊκή τυπολογία επηρεάζει την ανάπτυξη του παιδιού .... 15
1. 2. Παράγοντες που επηρεάζουν τη γονεϊκή τυπολογία ......... 18

Κεφάλαιο 2: Ο πατέρας και ο ρόλος του στην ανάπτυξη του παιδιού . 20
2. 1 Ο ρόλος του πατέρα μέσα στο χρόνο – ιστορική αναδρομή. 20
2. 2. Ο ρόλος του πατέρα στην ανάπτυξη του παιδιού ........... 22
2. 3. Η παρουσία – η ανάμιξη του πατέρα (father involvement) . 23
2. 4. Συνέπειες της ανάμιξης του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού για το ίδιο το παιδί .........26
2. 5. Η απουσία του πατέρα (father’s absence) ................ 28
2. 6. Η πατρική τυπολογία στην Ελλάδα – Τύποι πατέρων ....... 30

Κεφάλαιο 3: Η ενσυναίσθηση (empathy) .............................. 33
3.1. Η ενσυναίσθηση ως βίωμα και οι συνέπειες της στον άνθρωπο .. 35
3.2. Η εκδήλωση της ενσυναίσθησης στον άνθρωπο.......... 37
3.3. Παράγοντες ανάπτυξης της ενσυναίσθησης ................ 38
α. Νευροβιολογικοί – γενετικοί παράγοντες ........................ 38
β. Ατομικοί παράγοντες...................................................... 39
γ. Άλλοι παράγοντες ........................................................... 41
δ. Οικογενειακοί παράγοντες ............................................ 41
ε. Αρνητικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης . 42

Κεφάλαιο 4: Η αυτοεκτίμηση (self-esteem)............................ 44
4.1. Είδη και διαστάσεις της αυτοεκτίμησης...................... 45
α. Η υψηλή αυτοεκτίμηση (high self-esteem) ..................... 47
β. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση (low self-esteem)....,,,,,..... 48
4.2 Παράγοντες που καθορίζουν την αυτοεκτίμηση ..... 50
α. Ατομικοί παράγοντες............................................. 50
β. Βιολογικοί, κληρονομικοί παράγοντες ...................... 53
γ. Κοινωνικοί παράγοντες ...................................... 55
δ. Οικογενειακοί παράγοντες .................................. 56
ε. Παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την αυτοεκτίμηση .... 57


Κεφάλαιο 5: Θεωρητικά και εμπειρικά δεδομένα γύρω από την τυπολογία του πατέρα και τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των παιδιών - Ερευνητικές υποθέσεις .......... 59
5.1. Θεωρητική θεμελίωση της παρούσας έρευνας ...... 59
5.2. Τυπολογία του πατέρα και ενσυναίσθηση .............. 61
5.3. Τυπολογία του πατέρα και αυτοεκτίμηση ............... 65

Κεφάλαιο 6: Μέθοδος .................................................... 69
Συμμετέχοντες ................................................................. 69
Ερευνητικά εργαλεία .................................................... 69
Διαδικασία ................................................................... 71

Κεφάλαιο 7: Αποτελέσματα ......................................... 72
Περιγραφική ανάλυση .................................................. 72
Συσχετίσεις.................................................................... 74
Ανάλυση παλινδρόμησης ............................................ 75

Κεφάλαιο 8: Σχολιασμός αποτελεσμάτων - Προτάσεις .......... 77

Βιβλιογραφία ................................................................. 84

Παράρτημα .................................................................. 103



Εισαγωγή

Οι γονείς, σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία, ασκούν ίσως την πιο σημαντική επιρροή στη διαδικασία ανάπτυξης των παιδιών (Ruiz, Roosa, & Gonzales, 2002). Για να αναπτυχθεί ένα παιδί, έχει ανάγκη από έναν ή περισσότερους ενήλικες, που θα είναι δίπλα του για να το φροντίζουν, να ενδιαφέρονται γι΄ αυτό, να το αγαπούν, να του αφιερώνουν χρόνο, να του δίνουν χαρά μέσα από τη σχέση τους, να «προκαλούν» τη σκέψη του, να το αποδέχονται άνευ όρων και να «λειτουργούν» μαζί του. Αυτοί (οι ενήλικες) δεν είναι άλλοι από τους γονείς του (Γεωργίου, 2005. McLeod, 2005). Η σχέση που το παιδί θα αναπτύξει με τους γονείς του είναι η πιο πρώιμη και συνήθως η ανθεκτικότερη κοινωνική σχέση κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η ποιότητα της έχει αποδειχθεί πως ασκεί πολύ σημαντική επίδραση στις ικανότητες που θα αναπτύξει, στην προσαρμοστικότητα και στην ψυχολογική ευεξία του(Basic Behavioral Science Task Force of the National Advisory Mental Health Council,1996).
Για πολλά χρόνια, παρότι οι έρευνες έκαναν λόγο για την επίδραση των γονέων στην ανάπτυξη του παιδιού, αναφέρονταν κυρίως σε ευρήματα που αφορούσαν τη μητέρα, ενώ ο ρόλος του πατέρα είχε σχεδόν αγνοηθεί (Pruett, 1998). Μέχρι το 1976 πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες αμφέβαλαν για το σημαντικό ρόλο του πατέρα στη ζωή και στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών και κυρίως των κοριτσιών (Lamp, 2004). Πίστευαν πως ο πατέρας είχε δευτερεύοντα και έμμεσο ρόλο στην ανάπτυξη τους (Lamp, 1997) και αισθάνονταν λιγότερο πλήρεις «αν έστρεφαν το βλέμμα τους αλλού», πέρα από τη μητέρα, ακόμη και όταν επρόκειτο να μελετήσουν τον πατέρα (Pruett, 1998). Ενδεικτική είναι η έρευνα των Phares και Compas (1992), σύμφωνα με την οποία από το 1984 έως το 1992, οι μισές δημοσιευμένες έρευνες για την ανάπτυξη του παιδιού, σε μεγάλα επιστημονικά περιοδικά, αφορούσαν μόνο τη μητέρα και από τις υπόλοιπες μόνο το ένα τέταρτο αφορούσε τον πατέρα. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η πατρότητα, η σχέση πατέρα - παιδιού και ο πατρικός ρόλος μελετώνται σε βάθος και μάλιστα έχει ευρέως υποστηριχτεί, ότι ο πατέρας επηρεάζει εξίσου με τη μητέρα την πορεία της ανάπτυξης του παιδιού, τόσο θετικά όσο και αρνητικά (Lamp, 2004).

Δύο πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των παιδιών που επηρεάζονται από τους γονείς, είναι η ενσυναίσθηση (Gordon, 2003) και η αυτοεκτίμηση(Zervas & Sherman, 1994. McLeod, 2005). Στην παρούσα έρευνα διερευνάται ο ρόλος της τυπολογίας του πατέρα στην ανάπτυξη των δύο αυτών χαρακτηριστικών στα παιδιά της σχολικής ηλικίας (9 – 12 ετών).
Πριν όμως αναφερθούμε στους λόγους για τους οποίους επιλέξαμε το θέμα αυτό, στη διατύπωση των ερευνητικών υποθέσεων και στην ανάλυση των ευρημάτων, θα περιγράψουμε όσο το δυνατόν περιεκτικότερα τις σχετικές με την έρευνα μας έννοιες: τη γονεϊκή τυπολογία, τον πατέρα, την ενσυναίσθηση και την αυτοεκτίμηση.


Κεφάλαιο 1: Η γονεϊκή τυπολογία (parenting style)

Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς για το πώς οι αξίες, οι στόχοι, οι δεξιότητες, οι στάσεις και οι συμπεριφορές των γονιών μεταβιβάζονται στα παιδιά και επηρεάζουν την ανάπτυξη τους. Για παράδειγμα, στα μέσα του 17ου αιώνα, το άτομο κατά τη γέννηση του, αντιμετωπιζόταν ως «άγραφο χαρτί», πάνω στο οποίο πρώτα οι γονείς και κατόπιν η κοινωνία, μπορούσαν να «εγγράψουν» τις αξίες και τα πιστεύω τους. Αργότερα, διατυπώθηκε η άποψη πως το παιδί γεννιέται «εν γένει καλό» και οι γονείς μαζί με την κοινωνία έχουν την κύρια ευθύνη να το υποστηρίξουν, να του διδάξουν τις αξίες τους, τους κανόνες και τα πρότυπα τους (Spera, 2005). Σήμερα, σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις αυτές, είναι κοινά παραδεκτό πως η διαδικασία αυτή δεν είναι μονόδρομη, αλλά αμφίδρομη. Οι γονείς επηρεάζουν την ανάπτυξη και την προσωπικότητα των παιδιών τους, αλλά και τα παιδιά επηρεάζουν τους γονείς τους (Amato & Fowler, 2002. Grusec & Goodnow, 1994),αφού με την ιδιοσυγκρασία τους, το επίπεδο αποδοχής τους, τη δεκτικότητα τους και το βαθμό εσωτερίκευσης των μηνυμάτων που λαμβάνουν, επηρεάζουν ανάλογα τη συμπεριφορά των γονιών τους προς αυτά (Baumrind, 1971. Grusec, Goodnow, & Kuczynksi, 2000).

Στα πλαίσια της διαδικασίας της ανάπτυξης και της ανατροφής των παιδιών, οι πρακτικές, οι συμπεριφορές, και οι ενέργειες των γονέων αποσκοπούν όχι μόνο στην ανάπτυξη του παιδιού, αλλά και στην κοινωνικοποίηση του. Ως διαδικασία, η κοινωνικοποίηση αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο το παιδί αποκτά τις κατάλληλες δεξιότητες, τα κίνητρα, τις στάσεις, τη γνώση και τις συμπεριφορές, που θα το βοηθήσουν να προσαρμοστεί επιτυχώς μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία (Ladd & Pettit, 2002). Για να γίνει πιο κατανοητή η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, οι Darling & Steinberg (1993)πρότειναν πως είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ δύο βασικών όρων: των γονεϊκών πρακτικών και της γονεϊκής τυπολογίας. Με το δεύτερο όρο (γονεϊκή τυπολογία) θα ασχοληθούμε περισσότερο στην παρούσα έρευνα.

Γονεϊκές πρακτικές  (parenting practices) ορίζονται οι μηχανισμοί και οι συγκεκριμένες συμπεριφορές που χρησιμοποιούν οι γονείς, οι οποίες απευθύνονται στα παιδιά, προκειμένου αυτά να κοινωνικοποιηθούν και να επιτύχουν τους στόχους τους(Darling & Steinberg, 1993). Για παράδειγμα, αν ο στόχος είναι η σχολική επιτυχία του παιδιού, η βοήθεια για την εκτέλεση των σχολικών εργασιών του, η παρακολούθηση της σχολικής επίδοσης του και η επίπληξη, είναι κάποιες γονεϊκές πρακτικές. Πρέπει όμως εδώ να τονιστεί, ότι παρότι οι πρακτικές αυτές επηρεάζουν την ανάπτυξη του παιδιού, όταν εξετάζονται μεμονωμένα συχνά οδηγούν σε παραπλανητικά συμπεράσματα, ενώ από μόνες τους δεν είναι ικανές να προβλέψουν την ψυχολογική ευεξία του παιδιού. Το αντίθετο συμβαίνει με τη γονεϊκή τυπολογία, η οποία είναι πιο ευρεία έννοια και πιο σύνθετη ως διαδικασία (Darling, 1999).

Η γονεϊκή τυπολογία ή γονεϊκό στυλ (parenting style) ορίζεται ως το σύνολο των στάσεων και των συμπεριφορών του γονέα προς το παιδί, οι οποίες δημιουργούν το ανάλογο ψυχολογικό κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το παιδί (Darling & Steinberg, 1993. Spera,2005). Η γονεϊκή τυπολογία περιλαμβάνει και τις γονεϊκές πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα εκφράζεται μέσα απ’ αυτές, αφού το παιδί μέσω των γονεϊκών πρακτικών διαισθάνεται, συμπεραίνει και κατανοεί τις διαθέσεις των γονέων του και τον τρόπο επικοινωνίας μαζί του. Περιλαμβάνει, επίσης, τρόπους και χαρακτηριστικά, όπως τον τόνο της φωνής, τη γλώσσα του σώματος, τα ξεσπάσματα θυμού, την τρυφερότητα, την αμέλεια, τη φροντίδα (Darling &Steinberg, 1993).

Παραδοσιακά, η γονεϊκή τυπολογία χαρακτηρίζεται από δύο διαστάσεις, οι οποίες
αφορούν τους τρόπους ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των παιδιών από τους γονείς τους. Η πρώτη διάσταση αφορά το βαθμό ανταπόκρισης (responsiveness) του γονέα προς τις ανάγκες του παιδιού, η οποία (ανταπόκριση) συμβάλλει στην ενδυνάμωση της ατομικότητας του, της αυτορρύθμισης της συμπεριφοράς του, της αυτο-επιβεβαίωσης του, της υποστήριξης και της ικανοποίησης των αιτημάτων του (Baumrind, 1980, 1991, 1991a). Αφορά, επίσης, το βαθμό της αγάπης, της φροντίδας και της στοργής που εκφράζονται στη σχέση γονέα -παιδιού. Γονείς που εκφράζουν μεγάλο βαθμό ανταπόκρισης, είναι συνήθως επικεντρωμένοι στην ανατροφή των παιδιών τους, τα αποδέχονται άνευ όρων, τα αξιολογούν θετικά και δημιουργούν στενές και ασφαλείς σχέσεις μαζί τους (Carlo, McGinley, Hayes, Batenhorst, & Wilkinson, 2007).

Η δεύτερη διάσταση αφορά το βαθμό απαιτητικότητας (‘demandingness’) του γονέα προς το παιδί, προκειμένου αυτό να επιδείξει ώριμη συμπεριφορά, να ενσωματωθεί στην οικογένεια και να κοινωνικοποιηθεί. Λαμβάνει χώρα μέσω του ελέγχου, της πειθαρχίας, της αυστηρότητας και της σύγκρουσης με το παιδί, συνήθως όταν αυτό δεν υπακούει (Baumrind,1980, 1991, 1991a. Carlo et al., 2007). Πολλές φορές συνδέεται με την υπερπροστασία, τον περιορισμό της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας του, καθώς και με την αυθαίρετη και αδιάκριτη παρείσδυση του γονέα στη ζωή του. Όταν εκδηλώνεται με αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι επιβλαβής για το παιδί και σύμφωνα με τους Herz & Gullone (1999),συνδέεται αρνητικά με την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης του.

Οι πρώιμες έρευνες για την γονεϊκή τυπολογία μελετούσαν κυρίως τους τρόπους πειθαρχίας που εφάρμοζαν οι γονείς προς τα παιδιά τους. Ενδεικτικά, το 1957 ο Sears και οι συνεργάτες του, όπως αναφέρει ο Spera (2005), κατέταξαν τους γονείς (κυρίως τις μητέρες)σε δύο διακριτές κατηγορίες – τύπους: α) στον τύπο που επικεντρώνεται στην αγάπη (love –oriented style), με κριτήρια την επίδειξη ή όχι στοργής, τρυφερότητας, συμπάθειας και την χρήση επαίνου και β) στον τύπο που επικεντρώνεται στα «αντικείμενα» (object – orientedstyle), με κριτήρια την παροχή ή τη στέρηση από το παιδί χειροπιαστών αντικειμένων, παιχνιδιών και χρόνου ψυχαγωγίας, ανάλογα με τη συμπεριφορά του. Τα παιδιά των γονέων που ανήκαν στον πρώτο τύπο, ήταν αυτά που εσωτερίκευαν περισσότερο τις αξίες, τις στάσεις και τις πεποιθήσεις των γονέων τους.

Άλλοι γονεϊκοί τύποι, που έχουν κατά καιρούς αναφερθεί, μελετήθηκαν με βάση το βαθμό ανταπόκρισης ή μη των γονέων στις ανάγκες των παιδιών (Baldwin, 1948. Schaefer,1959), την άσκηση ελέγχου και κυριαρχίας των γονέων προς τα παιδιά (Schaefer, 1959.Symonds, 1939), την αποδοχή ή την απόρριψη των ιδιαιτεροτήτων των παιδιών (Symonds,1939), τη συναισθηματική έκφραση ή όχι των γονέων και το βαθμό επικοινωνίας τους με τα παιδιά (Baldwin, 1948).

Παρότι η σύγχρονη γνώση και έρευνα διαρκώς διευρύνει τις διαστάσεις της γονεϊκής τυπολογίας (Steinberg, 2001), το μοντέλο που έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί και εδραιωθεί ερευνητικά είναι αυτό της Diana Baumrind (Kaufmann et al., 2000. Oliver, Guerin, &Coffman, 2009. Querido, Warner, & Eyberg, 2002. Smetana, 1994).

Σύμφωνα με αυτό προτείνονται τρεις τύποι γονέων: οι υποστηρικτικοί (authoritative),οι αυταρχικοί (authoritarian) και οι επιτρεπτικοί (permissive)  (Baumrind, 1971). Ως μοντέλο, στηρίχτηκε στον τρόπο που οι γονείς ανατρέφουν και διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους, ο οποίος διαφοροποιείται κυρίως ως προς το βαθμό ελέγχου (control) που ασκούν οι γονείς στα παιδιά. Ο τρόπος αυτός αντανακλάται μέσω των πρακτικών που χρησιμοποιούν(Μαριδάκη-Κασσωτάκη, 2009. Smith & Hall, 2008), το βαθμό στοργής (warmth), την ανταπόκριση στις ανάγκες τους (responsiveness) και τέλος το βαθμό απαίτησης που προβάλλουν σ’ αυτά (“demandingness”) (Μαριδάκη-Κασσωτάκη, 2009).

Οι υποστηρικτικοί γονείς (authoritative parents), σύμφωνα με τη Baumrind (1971,1978), είναι στοργικοί και ανταποκρίνονται με ευαισθησία στις ανάγκες των παιδιών τους.Υποστηρίζουν τις «εξερευνήσεις» τους και τα ενδιαφέροντά τους, συζητούν ελεύθερα μαζίτους και τους παρέχουν εξηγήσεις όποτε χρειαστεί. Οι απαιτήσεις τους είναι λογικές,ενθαρρύνουν τις προσπάθειες και διατηρούν μεγάλες προσδοκίες από τα παιδιά τους. Ενθαρρύνουν την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους, έχουν ενεργή συμμετοχή στη ζωή τους,τα υποκινούν να είναι ανεξάρτητα, αυτόνομα και τα εμπιστεύονται. Ταυτόχρονα, θέτουν όρια στη συμπεριφορά τους, ορίζουν κανόνες και ασκούν έλεγχο, ώστε να μην αποκλίνουν από τα όρια του αποδεκτού. Σε περίπτωση διαφωνίας μαζί τους, είναι σταθεροί στις απόψεις τους,ενώ αν χρειαστεί να επιβάλλουν τιμωρία, τους εξηγούν πάντα το λόγο. Σε κάθε περίπτωση είναι παρόντες και υποστηρίζουν τα παιδιά τους. Οι Thomas, Gecas, Weigert & Rooney,όπως αναφέρουν οι Felson & Zielinski (1989), όρισαν τη γονεϊκή υποστήριξη ως τη συμπεριφορά που εκδηλώνεται από τους γονείς προς το παιδί, η οποία επιτρέπει στο παιδί   άνετα στην παρουσία των γονιών του και του διασφαλίζει ότι το αποδέχονται και το εκτιμούν για την προσωπικότητα του. Οι υποστηρικτικοί γονείς, σκοράρουν υψηλά σε μετρήσεις που αφορούν τη στοργή προς τα παιδιά τους, την ανταπόκριση για την ικανοποίηση των αναγκών τους, τον έλεγχο που ασκούν και τις απαιτήσεις που αξιώνουν από αυτά, προκειμένου να αναπτύξουν ώριμη συμπεριφορά (Maccoby & Martin, 1983).

Οι αυταρχικοί γονείς (authoritarian parents), σύμφωνα με τη Baumrind (1971, 1978),δεν είναι ούτε στοργικοί, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών τους. Συνήθως,ασκούν υπέρμετρο έλεγχο στη συμπεριφορά τους, είναι καταπιεστικοί, επιβάλλουν αυστηρά πρότυπα και κανόνες και αξιώνουν σεβασμό και αναντίρρητη υπακοή στις προσταγές τους.  αυστηροί, έχουν πολλές απαιτήσεις και προσδοκίες από τα παιδιά τους, είναι αδιάλλακτοι, δεν δίνουν λογικές εξηγήσεις και δεν επικοινωνούν μαζί τους. Τέλος,προσπαθούν να επιβάλλουν το δικό τους αξιακό σύστημα και πολύ συχνά χρησιμοποιούν την τιμωρία (κυρίως σωματική) και τη λεκτική επιθετικότητα ως μέσα διαπαιδαγώγησης. Οι αυταρχικοί γονείς, σκοράρουν υψηλά σε μετρήσεις που αφορούν τον έλεγχο προς τη συμπεριφορά των παιδιών τους και τις απαιτήσεις που αξιώνουν από αυτά. Αντίθετα,σκοράρουν χαμηλά στο βαθμό που ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, τη στοργή που τους δείχνουν και την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους (Maccoby & Martin, 1983).

Οι επιτρεπτικοί γονείς (permissive parents), σύμφωνα με τη Baumrind (1971, 1978),είναι «μέτριοι» ως προς την ανταπόκριση που δείχνουν προς τις ανάγκες των παιδιών τους(άλλοτε ανταποκρίνονται ικανοποιητικά, άλλοτε όχι). Έχουν πολύ λίγες απαιτήσεις από τα παιδιά τους και είναι πολύ επιεικείς και ανεκτικοί προς αυτά, ακόμη και όταν παρεκτρέπονται. Σπάνια τους ασκούν έλεγχο, δεν είναι καθοδηγητικοί, δεν θέτουν όρια και τα αφήνουν να δρουν αυτόνομα και να ρυθμίζουν μόνα τη συμπεριφορά τους. Όταν κοινωνικοποιούν τα παιδιά τους είναι συνήθως αποπεμπτικοί και αδιάφοροι, σπάνια τα τιμωρούν και πολλές φορές συντάσσονται με τις παρορμήσεις τους. Αυτοί οι γονείς,σκοράρουν μέτρια στο βαθμό που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών τους και χαμηλά στις απαιτήσεις που αξιώνουν από αυτά και τον έλεγχο που τους ασκούν (Maccoby &Martin, 1983).

Το 1983, οι Maccoby & Martin πρότειναν μια διαφοροποίηση του μοντέλου της Baumrind, ως προς τον τρίτο τύπο του. Διέκριναν δύο υπο-τύπους επιτρεπτικών γονέων. Τον επιτρεπτικό-επιεική ή ενδοτικό (indulgent) και τον επιτρεπτικό-αδιάφορο (neglectful orindifferent or unengaged) (Maccoby & Martin, 1983). Σύμφωνα με τους Maccoby & Martin(1983), οι επιτρεπτικοί επιεικείς γονείς, ως ένα βαθμό, αποδέχονται τα παιδιά τους, σέβονται την αυτονομία τους, δείχνουν στοργή σε αυτά και ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στις ανάγκες τους. Παρόλα αυτά, δεν έχουν απαιτήσεις, δεν ασκούν έλεγχο στη συμπεριφορά τους και πολύ σπάνια θέτουν όρια και κανόνες. Αντίθετα, οι επιτρεπτικοί-αδιάφοροι γονείς δεν είναι ούτε στοργικοί, ούτε απαιτητικοί και δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των παιδιών τους. Δεν εμπλέκονται καθόλου στη ζωή τους, δεν θέτουν όρια στη συμπεριφορά τους καιδεν ασκούν έλεγχο σε αυτά (Maccoby & Martin, 1983. Radziszewska, Richardson, Dent, &Flay, 1996). Πρέπει να σημειωθεί, ότι για το συγκεκριμένο τύπο γονέα βρέθηκαν τα λιγότερα ερευνητικά δεδομένα κατά τη βιβλιογραφική ανασκόπηση που πραγματοποιήθηκε. Αυτό μάλλον οφείλεται στο ότι οι γονείς αυτοί δεν εμπλέκονται στη ζωή των παιδιών τους,αδιαφορούν γι’ αυτά και έτσι δεν γίνονται εθελοντές και συμμετέχοντες σε σχετικές έρευνες.

Ένας πολύ σημαντικός περιορισμός στην έρευνα σχετικά με τη γονεϊκή τυπολογία είναι ότι επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή και ανάλυση της τυπολογίας της μητέρας(Amato & Fowler, 2002. Marsiglio, Amato, Day & Lamp, 2000a). Αρκετοί ερευνητές,προκειμένου να ξεπεραστεί το πρόβλημα της διαφοροποίησης του γονεϊκού στυλ (πατέρα –μητέρας) μέσα στις ίδιες οικογένειες, εφαρμόζουν τη λογική του μέσου όρου, (Steinberg,Mounts, Lamborn, & Dornbusch, 1991), ενώ άλλοι εξαιρούν από την ανάλυση τους τις οικογένειες αυτές (Baumrind, 1973). Κάποιοι υποστηρίζουν πως οι δύο γονείς συνήθως υιοθετούν το ίδιο γονεϊκό στυλ και δεν διαφοροποιούνται πολύ στις πρακτικές που εφαρμόζουν. Η μόνη διαφοροποίηση παρατηρείται στις περιπτώσεις, όπου ο ένας γονέας είναι αυταρχικός και συνήθως συνδέεται με κάποιον που είναι υποστηρικτικός ή επιτρεπτικός. Πολύ σπάνια συναντώνται ταυτόχρονα δύο αυταρχικοί γονείς (Simons &Conger, 2007). Πάντως, με βάση τα ερευνητικά δεδομένα, ο ιδανικότερος συνδυασμός και τα καλύτερα αποτελέσματα για την ανάπτυξη του παιδιού συναντώνται σε οικογενειακά περιβάλλοντα, όπου και οι δυο γονείς είναι υποστηρικτικοί ή τουλάχιστο ο ένας από τους δύο(Simons & Conger, 2007). Μάλιστα, οι μητέρες εμφανίζονται συνήθως πιο υποστηρικτικές σε σύγκριση με τους πατέρες - οι οποίοι εμφανίζονται αυταρχικοί - ιδιαίτερα σε ότι αφορά τις πρακτικές και τις στρατηγικές πειθαρχίας που εφαρμόζουν για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους (Aunola, Nurmi, Onatsu-Arvilommi, & Pulkkinen, 1999. Russell, Hart,Robinson, & Olsen, 2003. Winsler, Madigan, & Aquilino, 2005). Μια πιθανή εξήγηση για αυτό είναι το ότι οι μητέρες ασχολούνται πιο πολύ με τα παιδιά από ότι οι πατέρες, είναι πιοπολύ προσανατολισμένες στη φροντίδα τους, γνωρίζουν καλύτερα τις ανάγκες τους (Loyd &Abidin, 1985), άρα είναι πιο υποστηρικτικές (Aunola et al., 1999).


1. 1. Πώς η γονεϊκή τυπολογία επηρεάζει την ανάπτυξη του παιδιού

Η πλειονότητα των ερευνητικών δεδομένων συγκλίνει στην άποψη, ότι ο τύπος των γονέων επηρεάζει την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, την προσωπικότητα του, την ψυχολογική ευεξία του, τις ακαδημαϊκές επιδόσεις του και τη συμπεριφορά του (Darling,1999). Επιπλέον, πρόσφατα ευρήματα δείχνουν πως ο τρόπος που οι γονείς ασκούν τη γονεϊκότητα τους επηρεάζει ακόμη και την ανάπτυξη χαρακτηριστικών δομών του εγκεφάλου(περισσότερα δες στο Belsky & de Haan, 2010). Για παράδειγμα, η κακοποίηση(συναισθηματική, σωματική, σεξουαλική..., εγκατάλειψη) μπορεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα του άξονα (υποθάλαμος, υπόφυση, επινεφρίδια), να μειώσει την ημισφαιριακή ολοκλήρωση και να επιφέρει αλλοιώσεις στην περιοχή του μεσολόβιου(Carrion et al., 2007, Teicher et al., 2006, όπως αναφέρουν οι Belsky & de Haan, 2010).Ομοίως, η έρευνα των Bauer, Hanson, Pierson, Davidson, & Pollak, (2009), δείχνει πωςπαιδιά που είχαν μεγαλώσει για κάποιο χρονικό διάστημα σε ορφανοτροφείο (περιβάλλον αποστέρησης) και αργότερα υιοθετήθηκαν, παρουσίαζαν αλλοιώσεις στον αριστερό και στο δεξιό ανώτερο λοβό της παρεγκεφαλίδας.

 Έχει υποστηριχτεί, ότι τα παιδιά των υποστηρικτικών γονέων έχουν καλύτερη κοινωνική, γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη, συγκρινόμενα με αυτά των αυταρχικών και των επιτρεπτικών γονέων (Maccoby & Martin, 1983). Ακόμη και από τη νηπιακή ηλικία εμφανίζονται πιο ευδιάθετα, κοινωνικά, συνεργατικά με τους συνομηλίκους τους και τους ενήλικες, έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, είναι ανεξάρτητα, υπεύθυνα και θέτουν στόχους (Baumrind, 1971. Buri, 1991). Αναπτύσσουν περισσότερες ακαδημαϊκές και κοινωνικές δεξιότητες, τις οποίες διατηρούν και σε μεγαλύτερες ηλικίες (Hastings & Rubin, 1999. Spera, 2005), ενώ έχουν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κατάθλιψη (Dwairy,2004), να καπνίσουν στην εφηβεία (Radziszewska et al., 1996. Simons & Conger, 2007), να κάνουν χρήση ουσιών και να αναπτύξουν διαταραχή διαγωγής, συγκρινόμενα με αυτά των αυταρχικών και των επιτρεπτικών - αδιάφορων γονέων (Smith & Hall, 2008).

Σύμφωνα με έρευνες, ο υποστηρικτικός τύπος γονέα έχει αρνητική συσχέτιση με την ανάπτυξη συμπεριφορικών (Newman, Harrison, Dashiff & Davies, 2008. Querido et al.,2002) και συναισθηματικών προβλημάτων από τα παιδιά και θετική συσχέτιση με την ψυχολογική επάρκεια και την προσαρμοστικότητα τους (Kaufmann et al., 2000). Σχετίζεται, επίσης, αρνητικά με την εκδήλωση ψυχωτισμού στην εφηβεία, όπως αυτός περιγράφεται από τον Eysenck (Heaven & Ciarrochi, 2006) και θετικά με την ανάπτυξη της προκοινωνικής συμπεριφοράς τους (Decovic & Janssens, 1992). Τέλος, ο συγκεκριμένος τύπος έχει άμεση,θετική συσχέτιση με την ψυχολογική προσαρμογή του παιδιού, τις ακαδημαϊκές επιδόσεις του (Newman et al., 2008) και την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης του (Buri, 1989. Buri,Kirchner, Misukanis, & Mueller, 1986. Buri, Louiselle, Misukanis, & Mueller, 1988.Furnham & Cheng, 2000). Επίσης, σημαντικές πτυχές του συγκεκριμένου τύπου γονέα, όπως η γονεϊκή στοργή, η υποστήριξη και η έκφραση συναισθημάτων, επηρεάζουν θετικά την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης στα παιδιά (Spinrad et al., 1999. Zhou et al., 2002).

Ο αυταρχικός τύπος γονέα έχει συνδεθεί με τα πιο αρνητικά αποτελέσματα για τα παιδιά σε όλες σχεδόν τις ηλικίες (Kaufmann et al., 2000). Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα παιδιά των αυταρχικών γονέων παρουσιάζουν συνήθως προβλήματα προσαρμογής (Baumrind, 1971. Lamborn, Mounts,Steinberg, & Dornbusch, 1991),άγχους,αποπροσωποποίησης (Uwe, Hempel, & Miles, 2003), κοινωνικότητας, αποδοχής από τους συνομήλικους και ακαδημαϊκών επιδόσεων (Chen, Dong, & Zhou, 1997). Αναπτύσσουν παθητική συμπεριφορά, διακρίνονται από έλλειψη αυτοενίσχυσης και αναπτύσσουν δυσπροσαρμοστικές στρατηγικές επίτευξης σκοπού (Diener & Dweck, 1978). Τα παιδιά των αυταρχικών γονέων διακρίνονται για την αρνητική αυτοαντίληψη τους, καθώς και για την έμφαση που δίνουν στον «εξωτερικό έλεγχο», προκειμένου να ρυθμίσουν τη συμπεριφοράτους. Ταυτόχρονα, δεν έχουν την τυπική κοινωνικο – συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών της ηλικίας τους (McClun & Merrell, 1998) και υπολείπονται στην ανάπτυξη προκοινωνικής συμπεριφοράς, συγκρινόμενα με τα παιδιά των υποστηρικτικών γονέων (Decovic & Janssens, 1992). Γίνονται εχθρικά προς τους άλλους, δεν συνεργάζονται, χάνουν εύκολα το ενδιαφέρον τους και είναι ανασφαλή (Baumrind, 1971, 1991). Συνήθως, δεν εμφανίζουν σχολική παραβατικότητα κατά την εφηβεία, έχουν όμως φτωχότερη ψυχοκοινωνική προσαρμογή σε σχέση με τα παιδιά των υποστηρικτικών γονέων και καλύτερη από εκείνα των επιτρεπτικών γονέων (Lamborn et al., 1991). Τέλος, τα παιδιά αυτά επειδή συνεχώς βιώνουν απόρριψη,αδιαφορία και αρνητισμό από τους γονείς τους, δεν αναπτύσσουν ενσυναίσθηση (Karr-Morse& Wiley, 1997, όπως αναφέρει ο Swick, 2005), έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση (Buri, 1991),εμφανίζουν υψηλά επίπεδα κατάθλιψης (Milevsky, Schlechter, Netter, & Keehn, 2007) και ως ενήλικες δυσκολεύονται να παίρνουν αποφάσεις (Dwairy, 2004).

Σε ότι αφορά τα παιδιά των επιτρεπτικών γονέων, χαρακτηρίζονται κυρίως από ανωριμότητα στη συμπεριφορά τους (Μaccoby & Martin, 1983) και δυσκολίες προσαρμογής(Heaven & Ciarrochi, 2006). Είναι συνήθως παιδιά εξαρτημένα, επιθετικά (Baumrind, 1991.Paquette, Bolte, Turcotte, Dubeau, & Bouchard, 2000), δείχνουν εγωιστές, ανεύθυνα,κακομαθημένα, απείθαρχα, αντικοινωνικά (Binger, 1994. Wenar, 1994, όπως αναφέρει ηDwairy, 2004) και συνήθως επιτυγχάνουν χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις (Dornbusch,Ritter, Leiderman, Roberts, & Fraleigh, 1987). Γενικά, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση(Baumrind, 1991. DeHart, Pelham, & Tennen, 2006. Furnham & Cheng, 2000), αλλά όμως αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα αυτοενίσχυσης, συγκρινόμενα με αυτά των αυταρχικών γονέων (Aunola, Stattin, Nurmi, 2000). Επιπλέον, επειδή οι γονείς τους φαίνεται να μην εμπλέκονται ενεργά στην ανατροφή τους, παρουσιάζουν και καταθλιπτική συμπτωματολογία(Simons et al., 2002).

Tα παιδιά των επιτρεπτικών-αδιάφορων γονέων συνήθως δε μπορούν να ρυθμίσουν μόνα τη συμπεριφορά τους. Είναι παιδιά παρορμητικά (Barber, 1996) και υστερούν στις ακαδημαϊκές επιδόσεις τους (Baumrind, 1991. Μaccoby & Martin, 1983). Συχνά παρουσιάζουν κοινωνικές και μαθησιακές δυσκολίες, έχουν τάσεις επιθετικότητας,επαναστατικότητας, είναι επιρρεπή σε αντικοινωνικές και παραβατικές πράξεις (Patterson,DeBaryshe, & Ramsey, 1989) και είναι πολύ πιθανό να κάνουν χρήση ουσιών κατά την περίοδο της εφηβείας (Smith & Hall, 2008). Μάλιστα, στη συγκεκριμένη ηλικία (εφηβεία),δεν έχουν αναπτύξει ακόμη στρατηγικές επίτευξης σκοπού, αφού τα διακρίνει παθητικότητα και έλλειψη αυτοενίσχυσης, σε αντίθεση με τα παιδιά των υποστηρικτικών γονέων (Aunolaet al., 2000). Πολλές φορές παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα κατάθλιψης (Milevsky, et al., 2007. Radziszewska et al., 1996)

Τέλος, η πλειοψηφία των ερευνητικών δεδομένων ταυτίζεται με την άποψη ότι τα παιδιά ωφελούνται πραγματικά, όταν οι γονείς τους είναι στοργικοί και υποστηρικτικοί, όταν διαθέτουν χρόνο για αυτά, ελέγχουν τη συμπεριφορά τους, ορίζουν κανόνες και όρια,ενθαρρύνουν την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους και χρησιμοποιούν λογικές εξηγήσεις και συζητήσεις αντί για τιμωρία (Amato & Fowler, 2002. Darling & Steinberg, 1993).

1. 2. Παράγοντες που επηρεάζουν τη γονεϊκή τυπολογία

Ένα κρίσιμο ερώτημα, σε σχέση με τη γονεϊκή τυπολογία, αφορά τους παράγοντες που την επηρεάζουν και τη διαμορφώνουν. Ο Belsky (1984) στην έρευνα του, που αφορούσε την κακομεταχείριση των παιδιών από τους γονείς, πρότεινε τρεις βασικούς παράγοντες: α)τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των γονέων β) τα χαρακτηριστικά του παιδιού και γ) το πλαίσιο της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένης της συζυγική σχέσης, του κοινωνικού περίγυρου και των βιωμάτων των γονέων από την άσκηση του επαγγέλματος τους.

Σχετικά με την προσωπικότητα των γονέων και τα χαρακτηριστικά της, οι Metsapelto& Pulkkinen (2003) βρήκαν ότι υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ της εξωστρέφειας και της ευρύτητας των αντιλήψεων των γονέων με το βαθμό υποστήριξης και στοργής που δείχνουν στα παιδιά τους. Θετικά, επίσης, σχετίζεται και η ευσυνειδησία τους, η οποία εκτός του ότι επηρεάζει θετικά την υποστηρικτικότητα τους (των γονέων), επιπλέον αποτρέπει την εμφάνιση προβλημάτων συμπεριφοράς στα παιδιά κατά την εφηβεία (Oliver et al., 2009).

Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και το υψηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης τους, η χρήση στρατηγικών επίτευξης σκοπού και η αισιόδοξη στάση τους (Aunola et al., 1999). Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη γονεϊκή τυπολογία είναι το φύλο του γονέα - δεδομένου ότι οι μητέρες είναι πιο υποστηρικτικές από τους πατέρες, οι οποίοι χαρακτηρίζονται πιο αυταρχικοί στις πρακτικές διαπαιδαγώγησης που εφαρμόζουν - (Aunola et al., 1999. Russellet al., 2003. Winsler et al., 2005) και οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας, οι οποίες έχουν συνδεθεί με την εφαρμογή αυταρχικών και τιμωρητικών πρακτικών από τους γονείς(Querido et al., 2002. Radziszewska et al., 1996). Οι οικονομικές δυσκολίες των γονέων όταν συνδυάζονται με το χαμηλό κοινωνικό τους επίπεδο, τους «αποτρέπουν» να είναι υποστηρικτικοί, συνεπείς και ενεργά εμπλεκόμενοι στην ανατροφή των παιδιών τους(McLoyd, 1990). Αντίθετα, οι γονείς με υψηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση τείνουν να είναι επιτρεπτικοί ή υποστηρικτικοί (Maccoby, 1980). Για παράδειγμα, έχει βρεθεί πως οι μητέρες με χαμηλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση είναι λιγότερο στοργικές, χαμηλότερες προσδοκίες από τα παιδιά τους (Solis – Camara – R & Fox, 1996), είναι πιο αυστηρές και αυταρχικές στους τρόπους διαπαιδαγώγησης (Dodge, Pettit, & Bates, 1994.McLoyd, 1990) και παρέχουν λιγότερα γνωστικά ερεθίσματα στα παιδιά τους (Dodge et al.,1994). Όταν η χαμηλή κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση συνδυάζεται και με χαμηλά επίπεδα μόρφωσης, τότε γίνονται σε μεγάλο βαθμό επιτρεπτικές (Querido et al., 2002).

Δύο ακόμη πολύ σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν το γονεϊκό τύπο και τις πρακτικές που υιοθετούν οι γονείς, είναι σύμφωνα με τους Darling & Steinberg (1993), οι κοινωνικοί στόχοι που θέτουν για τα παιδιά τους και οι μέθοδοι που εφαρμόζουν για την πραγματοποίηση τους. Οι στόχοι αυτοί και οι μέθοδοι επηρεάζονται άμεσα από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έχει ενταχθεί η οικογένεια. Για αυτό το λόγο, το γονεϊκό στυλ και οι πρακτικές πρέπει πάντα να εξετάζονται μέσα σε αυτό. Σχετικό παράδειγμα αποτελούν οι έρευνες του Dornbusch et al. (1987) και του Steinberg et al. (1991), οι οποίοι έδειξαν πως η συσχέτιση μεταξύ του υποστηρικτικού τύπου γονέα και της ακαδημαϊκής επίδοσης των παιδιών είναι μεγαλύτερη και ισχυρότερη στους Ευρωαμερικάνους εφήβους από ότι στους Ασιαφρικανούς – Αμερικάνους συνομηλίκους τους. Ο Chao (2001) βρήκε πως οι Αμερικανοασιάτες έφηβοι που μεγάλωσαν σε αυταρχικό οικογενειακό περιβάλλον, δεν διέφεραν σε επιδόσεις από τους αντίστοιχους Ευρωαμερικάνους που μεγάλωσαν σε υποστηρικτικό περιβάλλον. Επίσης, η έρευνα των Quoss και Zhao (1995) έδειξε πως το αυταρχικό γονεϊκό στυλ και όχι το υποστηρικτικό, προκαλεί ικανοποίηση στη σχέση γονέα –παιδιού στα παιδιά των Κινέζων. Αυτές οι πολιτισμικές διαφορές στις επιδράσεις των γονεϊκών τύπων στα παιδιά, οφείλονται κυρίως στο διαφορετικό τρόπο που εκλαμβάνουν τα παιδιά τις πρακτικές των γονέων τους, ο οποίος με τη σειρά του εξαρτάται άμεσα από τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού (Chao, 2001), τις αντισταθμιστικές επιρροές που δέχονται από την κοινωνία και τη σχετικότητα της σημασίας που αποδίδουν οι κοινωνίες στην έννοια της επιτυχίας και της κοινωνικής καταξίωσης (Darling & Steinberg, 1993). Οι αυταρχικές πρακτικές θεωρούνται θετικές στους Ασιατικούς κολεκτιβιστικούς πολιτισμούς, επειδή τις θεωρούν ως «οργανωτικές στρατηγικές» που προάγουν την αρμονία μέσα στην οικογένεια και εξασφαλίζουν την ηθική ανάπτυξη των παιδιών (Chao, 1994).

Οι προαναφερθείσες εξηγήσεις για τη διαφοροποίηση των επιδράσεων των γονεϊκών τύπων στους διαφόρους πολιτισμούς, καθώς και η κοινή πεποίθηση ότι κάθε συμπεριφορά πρέπει να εξετάζεται συστημικά και μέσα στο πλαίσιο (πολιτισμικό, κοινωνικό,οικογενειακό...) όπου λαμβάνει χώρα, ήταν ένας από τους λόγους που μας ώθησαν να μελετήσουμε την πατρική τυπολογία στον ελληνικό χώρο.


Κεφάλαιο 2: Ο πατέρας και ο ρόλος του στην ανάπτυξη του παιδιού

Τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει ένα διαρκές και αυξανόμενο ενδιαφέρον των επιστημόνων γύρω από την έννοια της πατρότητας, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα: πρώτον, να συσσωρευτεί ένας μεγάλος όγκος γνώσης σχετικής με το θέμα, δεύτερον, να ενισχυθεί περισσότερο το ενδιαφέρον και η κατανόηση μας γι’ αυτή και τρίτον, απεδείχθη ότι το φαινόμενο πατέρας – πατρότητα είναι σύνθετο και πολυδιάστατο (Morman & Floyd, 2006.Marsiglio, Day, & Lamp, 2000.).

Για τις ανάγκες της παρούσας έρευνας θα περιγραφούν, όσο το δυνατόν περιεκτικότερα, ο ρόλος του πατέρα στην οικογένεια, οι αλλαγές του ρόλου του μέσα στο χρόνο, η επίδραση της παρουσίας του και της εμπλοκής του στο μεγάλωμα των παιδιών, η πατρότητα και οι τύποι πατέρων που συναντάμε στην Ελλάδα.


2. 1 Ο ρόλος του πατέρα μέσα στο χρόνο – ιστορική αναδρομή

Η έννοια της πατρότητας είναι διαρκώς εξελισσόμενη και ο ρόλος του πατέρα έχει αλλάξει δραματικά στο πέρασμα του χρόνου (Cabrera, Tamis-Lemonda, Brandley, Hofferth,& Lamp, 2000. Lamp, 2000). Οι αλλαγές αυτές έχουν να κάνουν κυρίως με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις εκάστοτε αλλαγές των κοινωνικών δομών. Κάνοντας μια ιστορικο-κοινωνική αναδρομή ο Lamp (1987, 2000) περιγράφει τέσσερις κυρίως πατρικούς ρόλους, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν μέσα στο διάστημα των δύο τελευταίων αιώνων στη δύση.  Στα αποικιακά χρόνια, πολύ πριν τη βιομηχανική επανάσταση, περιγράφει τον πατέρα ως τον «ηθικό δάσκαλο» (moral teacher) της οικογένειας, που είναι αυστηρός και ταυτόχρονα ο πνευματικός αρχηγός της. Η ευθύνη του έγκειτο στο να μεγαλώσει τα παιδιά με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά να γίνουν ηθικά και ενάρετα. Γι’ αυτό έπρεπε να φροντίσει να μάθουν   και να διαβάζουν, με απώτερο σκοπό να μελετήσουν τα θρησκευτικά βιβλία και ιδιαίτερα τη Βίβλο. Έτσι, την εποχή αυτή «καλός πατέρας» θεωρείται εκείνος
Αργότερα, στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης και μέχρι την εποχή της οικονομικής ύφεσης, ο ρόλος του πατέρα αλλάζει και πλέον περιγράφεται ως «κουβαλητής»(breadwinner), χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι ο προηγούμενος ρόλος του έχει τελείως εξαλειφθεί. Ο καινούργιος ρόλος είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης και θέλει τον πατέρα να δουλεύει σκληρά και να λείπει πολλές ώρες μακριά από την οικογένεια του.
Αυτό σημαίνει ότι η ανάμειξη του στην καθημερινή φροντίδα των παιδιών μειώνεται σημαντικά, ενώ αντίθετα αυξάνεται της μητέρας (Pleck & Pleck, 1997). Τη συγκεκριμένη που υποστηρίζει και προβάλλει το χριστιανικό πρότυπο και βοηθά τα παιδιά να εντρυφήσουν στα θρησκευτικά κείμενα περίοδο, το κριτήριο αξιολόγησης για τον «καλό πατέρα» είναι η υλική και η οικονομική στήριξη της οικογένειας του.

Στη δεκαετία 1930 – 1940, ως αποτέλεσμα της απουσίας του, το ενδιαφέρον στρέφεται στο ρόλο του πατέρα ως «πρότυπο φύλου» (sex-role model), ιδιαίτερα για τα αγόρια. Όμως, ο ρόλος του ως ηθικός δάσκαλος και κουβαλητής δεν έχει απορριφθεί τελείως και καθώς έχει γίνει όλο και πιο απόμακρος λόγω της εργασίας του, οι ειδικοί από το χώρο της ψυχολογίας προτρέπουν τους πατέρες να γίνουν περισσότερο συμμετοχικοί στην ζωή των παιδιών τους, ιδιαίτερα ως πρότυπα αρρενωπότητας (Dick, 2004). Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος, ότι σε αυτή την περίοδο ο «καλός πατέρας» είναι εκείνος που αποτελεί ισχυρό πρότυπο ανδρισμού, ιδιαίτερα για τα αγόρια.


Παρόλες τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν διαχρονικά στο ρόλο του πατέρα,πρέπει να τονιστεί, πως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δούμε τον πατέρα μόνο ως ηθικό δάσκαλο, κουβαλητή, πρότυπο φύλου κ.λπ., διότι μια τέτοια γραμμικού τύπου θεώρηση θα περιορίσει την κατανόηση μας για την πολυπλοκότητα του φαινομένου της πατρότητας(Pleck & Pleck, 1997). Άλλωστε, ποτέ δεν υπάρχει ένας ρόλος για τον πατέρα αλλά πολλοί,οι οποίοι διαμορφώνονται και εξελίσσονται, όπως και η οικογενειακή ζωή, από τα καθημερινά γεγονότα, τις πολιτισμικές αλλαγές και τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, τάσεις και απαιτήσεις (Cabrera et al., 2000. Dick, 2004).


2. 2. Ο ρόλος του πατέρα στην ανάπτυξη του παιδιού

Έχουν περάσει περισσότερα από 50 χρόνια από τότε που ερευνάται συστηματικά ο πατέρας, η σχέση του με το παιδί και η επίδραση στην ανάπτυξη του. Οι έρευνες αυτές είναι κυρίως τριών ειδών: α) οι συσχετιστικές β) αυτές που αφορούν την ανάμιξη του πατέρα στην ανάπτυξη και φροντίδα του παιδιού και γ) αυτές που μελετούν τις συνέπειες της απουσίας του στο παιδί (Lamp & TamisLemonda, 2004). Παρακάτω θα αναλύσουμε κυρίως την ανάμιξη του πατέρα (father involvement), τους παράγοντες που την επηρεάζουν, καθώς και την επίδρασή της σε διάφορους τομείς της ανάπτυξης της προσωπικότητας του παιδιού. Θα αναφερθούμε επίσης και στις συνέπειες της απουσίας του πατέρα.

Οι συσχετιστικές έρευνες αφορούν τη σχέση και την αλληλεπίδραση που έχουν τα χαρακτηριστικά του πατέρα με αυτά των παιδιών του. Η πλειοψηφία τους διεξήχθη από το1940 έως το 1970, τότε που ο πατέρας αντιμετωπιζόταν ως πρότυπο φύλου - κυρίως για τα αγόρια - και προσπαθούσαν να μελετήσουν κατά πόσο η αρρενωπότητα του πατέρα επιδρά στη διαμόρφωση της ανδροπρέπειας και της αρρενωπότητας των γιων τους. Οι έρευνες αυτές,προς έκπληξη των ερευνητών, έδειξαν πως τελικά δεν υπάρχει σταθερή συσχέτιση μεταξύ της αρρενωπότητας του πατέρα και της αρρενωπότητας των αγοριών (Lamp, 1987) και αυτό διότι τα ανδρικά πρότυπα καθορίζονται κυρίως από το πολιτισμικό πλαίσιο, σε συνδυασμό με τη στοργή και την τρυφερότητα που δείχνουν οι πατέρες στα παιδιά τους. Τα χαρακτηριστικά του πατέρα ως γονέα, παρά ως άντρα, είναι πιο σημαντικά για την ανάπτυξη του παιδιού,χωρίς όμως τα δεύτερα να είναι άνευ σημασίας. Μάλιστα, σε περίπτωση απουσίας του πατέρα, αυτή δεν είναι επιβλαβής για το παιδί εξαιτίας της έλλειψης προτύπου φύλου, αλλά κυρίως από την έλλειψη των γονεϊκών ρόλων (οικονομικών, κοινωνικών, συναισθηματικών κ.λπ) που ασκεί ο πατέρας, οι οποίοι (ρόλοι) μένουν ανεκπλήρωτοι από την απουσία του(Lamp & Tamis – Lemonda, 2004).


2. 3. Η παρουσία – η ανάμιξη του πατέρα (father involvement)

Η μεγάλη πλειοψηφία των ερευνών έχουν κατά καιρούς επικεντρωθεί στο δίπολο παρουσία (presence) και απουσία (absence) του πατέρα, με έμφαση κυρίως στην απουσία και τις συνέπειες της για το παιδί (Crockett, Eggebeen, & Hawkins, 1993). Αυτό, σύμφωνα με τους Bach και Stolz (όπως αναφέρει η Krampe, 2009) συνέβη κατά κύριο λόγο εξαιτίας των ανθρώπινων απωλειών (κυρίως των αντρών), κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Σε αυτές τις έρευνες η παρουσία του πατέρα έχει κυρίως την έννοια της απλής συνδιαμονής με την οικογένεια και το παιδί.

Όμως, σήμερα η παρουσία του πατέρα (father presence) θεωρείται ερευνητικά το ίδιο σημαντική, έχει περισσότερο ποιοτική διάσταση και γι’ αυτό το λόγο, όταν αναφερόμαστε σ’αυτή εννοούμε την ψυχολογική παρουσία του, η οποία, σύμφωνα με τον Fairweather (όπως αναφέρει η Krampe, 2009), υποδηλώνει κυρίως μια εσωτερική, ψυχολογική κατασκευή και αίσθηση του παιδιού για τον πατέρα του, καθώς επίσης την εγγύτητα και την προσιτότητα του πατέρα προς το παιδί.

Οι παράγοντες που καθορίζουν την ποιότητα της είναι πολλοί. Μεταξύ αυτών είναι η ποιότητα της σχέσης μεταξύ των γονέων - συζύγων (Cummins, Goeke – Morey, & Raymond, 2004), η σχέση που είχε ο πατέρας με το δικό του πατέρα (Krampe, 2009), τα χαρακτηριστικά του παιδιού (Krampe, 2003) και η αναγνώριση της παρουσίας του πατέρα από τη μητέρα. Άλλοι παράγοντες, που θεωρούνται εξίσου σημαντικοί, είναι η σχέση του πατέρα με το παιδί, η άποψη των «σημαντικών άλλων» για τον πατέρα (μητέρα, παππούδες,συγγενείς), οι πεποιθήσεις για την πατρότητα, όπως αυτές εκφράζονται από το πολιτισμικο-κοινωνικό και το θρησκευτικό πλαίσιο της οικογένειας, η συνδιαμονή του πατέρα με το παιδί και τέλος, ο βαθμός και ο τρόπος ανάμιξης του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού (Krampe,2009).

Η ανάμιξη - εμπλοκή του πατέρα (father involvement) έχει να κάνει κυρίως με τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού και ορίζεται ως ο βαθμός εγγύτητας του πατέρα προς το παιδί (Bogels & Phares, 2008) και της ενεργητικής συμμετοχής στη ζωή του (Marsiglio etal., 2000). Η έννοια προσδιορίζεται κυρίως από τρία βασικά στοιχεία: Το πρώτο είναι η υποχρέωση – δέσμευση (engagement) του πατέρα, η οποία αφορά την άμεση επαφή του με το παιδί, την παροχή φροντίδας, την αλληλεπίδραση και το χρόνο ενασχόλησης μαζί του σε δραστηριότητες όπως το τάισμα, τη βοήθεια στις εργασίες του σχολείου, το παιχνίδι, τα σπορ,τις επισκέψεις, κ.λπ. Το δεύτερο είναι η προσβασιμότητα (accessibility) σ’ αυτόν, η οποία αφορά την παρουσία του πατέρα στο σπίτι και τη διαθεσιμότητα του, σε περίπτωση που τον χρειαστεί το παιδί. Αφορά επίσης την επίβλεψη του παιδιού και την έμμεση αλληλεπίδραση με αυτό, (π.χ. όταν ο πατέρας βρίσκεται στην κουζίνα με τη μητέρα και το παιδί παίζει στοδιπλανό δωμάτιο, έχει κι αυτός το νου του στο παιδί και ανά πάσα στιγμή γνωρίζει με τι ασχολείται). Το τρίτο στοιχείο είναι η ευθύνη – καθήκον (responsibility) του πατέρα, που αφορά την ανάληψη εκ μέρους του ενός μεγάλου μεριδίου ευθύνης, για την ευεξία, τη φροντίδα και την ανάπτυξη του παιδιού. Σε αυτή την περίπτωση η ανάμιξη του πατέρα περιλαμβάνει δραστηριότητες όπως: τις επισκέψεις στον παιδίατρο με το παιδί, τη φροντίδα του όταν είναι άρρωστο, τις συναντήσεις με τους δασκάλους για ενημέρωση σχετικά με τις επιδόσεις και τη συμπεριφορά του, το ενδιαφέρον για το που βρίσκεται το παιδί και τέλος,την επίγνωση των αναγκών του (Featherstone, 2004. Lamp, 1987. Lamp, Pleck, Charnov, &Levine, 1985. Morman & Floyd, 2006). Άλλοι ερευνητές κάνουν λόγο και για άλλους τρόπους εμπλοκής του πατέρα, όπως την παροχή υλικών αγαθών στο παιδί (χρήματα,ρουχισμό, παιχνίδια, υλικά αγαθά), την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών του, την παροχή βοήθειας για την ανάπτυξη δεξιοτήτων σε διάφορους τομείς (ακαδημαϊκές, γνωστικές δεξιότητες) και τέλος, την παροχή βοήθειας για την απόκτηση στρατηγικών επίτευξης σκοπού (Amato, 1998, Coleman, 1988).
 Τα παιδιά από την πλευρά τους νοηματοδοτούν την ανάμιξη του πατέρα, μέσα από τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη σχέση μαζί του. Οι αντιλήψεις τους περιστρέφονται κυρίως γύρω από δύο διαστάσεις: α) την εκφραστικότητα, η οποία εστιάζει στο κατά πόσο ο πατέρας είναι συναισθηματικά προσιτός σ’ αυτά και β) την καθοδήγηση, η οποία αφορά τον τρόπο που ο πατέρας συμβάλλει στην ανατροφή και την ανάπτυξη τους (Krampe, 2009). Ο εκφραστικός πατέρας (expressive father), σύμφωνα με τα παιδιά, είναι εκείνος που είναι πάντα διαθέσιμος, υποστηρικτικός, που καταλαβαίνει και συναισθάνεται τις ανάγκες τους και εκείνα μπορούν να του μιλούν για ό,τι τα απασχολεί, χωρίς το φόβο της επίκρισης, της απόρριψης ή της αντεκδίκησης. Ο πατέρας αυτός αποκαλύπτει στα παιδιά τις σκέψεις του, τα συναισθήματα, την αγάπη και την υποστήριξη του σ’ αυτά. Έτσι, κι αυτά από την πλευρά τους γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή, πόσο σημαντικά είναι για τον πατέρα τους. Υπάρχει όμως και περίπτωση η εκφραστικότητα του πατέρα να εκδηλώνεται με αρνητικό τρόπο, ιδιαίτερα όταν ο πατέρας κατηγορεί τα παιδιά, τα επικρίνει, τα απορρίπτει, είναι απόμακρος και δεν αποκαλύπτει με ειλικρίνεια τα συναισθήματα του (Krampe, 2009). Ο καθοδηγητικός πατέρας(instrumental father), είναι ο μέντορας, ο καθοδηγητής και ο δάσκαλος των παιδιών. Τα βοηθά να μάθουν νέα πράγματα, να αποκτήσουν δεξιότητες, να επιλύουν προβλήματα, να σκέφτονται για το μέλλον τους και να θέτουν στόχους (Krampe, 2009). Σύμφωνα με τον Pruett (1998), η καθοδήγηση του πατέρα προς το παιδί μπορεί να αρχίσει από πολύ νωρίς,ακόμη και από τη βρεφική ηλικία.

Σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο, το βαθμό και την ποιότητα της ανάμιξης του πατέρα στην ανάπτυξη του παιδιού, μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κυρίως κατηγορίες: α) τους ψυχολογικούς, β) τους οικογενειακούς και γ) τους κοινωνικο -πολιτισμικούς παράγοντες (Grossman, Pollack, & Golding, 1988).


β) Οικογενειακοί παράγοντες: Πολλοί ερευνητές ισχυρίζονται, ότι η υποστήριξη και η ενθάρρυνση της γυναίκας στον άντρα, προκειμένου αυτός να εμπλακεί στην ανατροφή του παιδιού, παίζει σπουδαίο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση (Paisley, Futris, & Skinner, 2002).
Δεν είναι όμως λίγες οι φορές, όπου οι γυναίκες αποτρέπουν την ανάμιξη του πατέρα,φοβούμενες μήπως χάσουν τον έλεγχο, σε ένα τομέα, όπου ανέκαθεν ασκούσαν σημαντική δύναμη και εξουσία (Seery & Crowley, 2000). Μάλιστα το κάνουν, έστω κι αν πολλές φορές αυτό συνεπάγεται μεγάλη σωματική και ψυχική κούραση γι’ αυτές (Lamp, 1987). Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει το βαθμό ανάμιξης του πατέρα, είναι η ποιότητα του γάμου και η καλή συζυγική σχέση (Bouchard & Lee, 2000. Cummins et al., 2004. Sanderson & SandersThompson, 2002), τα οποία επηρεάζουν ταυτόχρονα και τη σχέση πατέρα - παιδιού (Doherty,Kouneski, & Erickson, 1998).

γ) Κοινωνικο – πολιτισμικοί παράγοντες: Οι οικονομικές ανάγκες των οικογενειών,ιδιαίτερα σήμερα, είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που επιδρά αρνητικά στην εμπλοκή του πατέρα, αφού όσο πιο πολύ είναι υποχρεωμένος να ευρίσκεται στο χώρο εργασίας του, τόσο λιγότερο χρόνο αφιερώνει στο παιδί του (Lamp, 1987. McBride & Rane,1997). Επίσης, σπουδαίο ρόλο παίζουν οι ιδεολογίες, οι πεποιθήσεις και οι στάσεις περί πατρότητας της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει η οικογένεια (Featherstone, 2004). Οι Hossain& Roopnarine (1993), βρήκαν ότι Αφρικανοαμερικάνοι πατέρες εμπλέκονται πιο πολύ στηφροντίδα των παιδιών τους από ότι οι Ευρωαμερικάνοι, επειδή πιστεύουν ότι η φροντίδα του παιδιού είναι υπόθεση και των δύο γονέων.

Η αυτονομία της γυναίκας, το επάγγελμα της καθώς και η ηλικίας της είναι κι αυτοί σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την ανάμιξη του πατέρα. Για παράδειγμα, οGrossman et al. (1988) βρήκε πως όσο μεγαλύτερη είναι η γυναίκα και όσο υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και κοινωνική θέση κατέχει, τόσο λιγότερο χρόνο «επιτρέπει» στο σύζυγο της να αφιερώνει στη φροντίδα του παιδιού. Τέλος, σ’ ότι αφορά την ηλικία των αντρών, βρέθηκε πως πιο υπεύθυνοι και στοργικοί πατέρες είναι αυτοί που βρίσκονται κοντά στην ηλικία των τριάντα χρόνων (Volling & Belsky, 1991).

2. 4. Συνέπειες της ανάμιξης του πατέρα στην ανατροφή του παιδιού για το ίδιο το παιδί

Η ανάμιξη του πατέρα επηρεάζει το παιδί σε διάφορους τομείς της ανάπτυξης του,άλλοτε με άμεσο τρόπο (π.χ όταν ο πατέρας βοηθά το παιδί να πετυχαίνει τους στόχους του)και άλλοτε με έμμεσο (π.χ όταν ο πατέρας ενισχύει οικονομικά την οικογένεια) (Marsiglio etal., 2000). Όταν η ανάμιξη αυτή είναι ποιοτική και ουσιαστική, επηρεάζονται θετικά η συναισθηματική, η γνωστική και η κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.

Για παράδειγμα, σ’ ότι αφορά τη συναισθηματική ανάπτυξη, έχει βρεθεί πως η ανάμιξη του πατέρα προστατεύει τους εφήβους από το άγχος και τη θλίψη (Harris,Furstenberg, & Marmer, 1998) και αυξάνει τα αισθήματα αποδοχής τους, παράγοντας που με τη σειρά του συμβάλλει στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης τους (Allen, Hauser, Bell, & OConnor, 1994. Culp, Schadle, Robinson, & Culp, 2000. Zimmerman, Salem, & Maton,1995). Έφηβοι, που ο πατέρας τους περνά αρκετό χρόνο μαζί τους και τους στηρίζει συναισθηματικά, νιώθουν ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, δεν υποπίπτουν σε παραπτώματα και παραβατικές πράξεις και σπάνια εκδηλώνουν κατάθλιψη (Zimmerman et al., 1995).Επίσης, η ανάμιξη του πατέρα συμβάλλει στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης των παιδιών,την οποία εκφράζουν και αργότερα ως ενήλικες (Koestner, Franz, & Weinberger, 1990),καθώς και στην ενδυνάμωση της αυτοπεποίθησης τους (Biller, 1993). Σε μια διαχρονική έρευνα, οι Flouri & Buchanan (2003) έδειξαν πως η ανάμιξη του πατέρα στη ηλικία των 7χρόνων, προφύλασσε το παιδί από την εκδήλωση δυσπροσαρμοστικής συμπεριφοράς στην εφηβεία, ενώ η εμπλοκή του πατέρα στην ηλικία των 16 προφύλασσε τις ενήλικες γυναίκες στα 33 τους από την εκδήλωση συναισθηματικής κόπωσης και θλίψης. Σε μια άλλη επίσης διαχρονική έρευνα του Pruett (1998), από τη βρεφική ηλικία έως την εφηβεία, όπου ο πατέρας είχε το κύριο μέλημα της ανατροφής των παιδιών, διαπιστώθηκε πως τα βρέφη ηλικίας 2 έως 12 μηνών παρουσίαζαν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα και δυνατότητα επίλυσης προβλημάτων, συγκρινόμενα με άλλα που ήταν από 2 έως 4 μήνες μεγαλύτερα και ο πατέρας τους δεν είχε αναμειχτεί στην ανατροφή τους. Τα ίδια παιδιά στην ηλικία των 12έως 22 μηνών, έδειχναν να αισθάνονται άνετα και να ελκύονται από διάφορα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, χωρίς να περιορίζονται μόνο στην οικειότητα και την ασφάλεια που τους παρείχε η σχέση με τους γονείς τους. Αργότερα, στη νηπιακή ηλικία (2 έως 4 ετών), έδειχναν μια πρόωρη λειτουργικότητα και προσαρμογή σε διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, ήταν θετικά στις κοινωνικές εκδηλώσεις τους και παρουσίαζαν άνεση στον τρόπο που κινούνταν μεταξύ των αντρικών και των γυναικείων ρόλων – όχι ταυτοτήτων, αλλά ρόλων. Κατά την παιδική ηλικία (6 έως 8 ετών), είχαν πολύ καλές ακαδημαϊκές επιδόσεις, επιδίωκαν την αλληλεπίδραση με τους συνομήλικους και την οικογένεια τους, ενώ στην ηλικία των 8 ετών ήταν πολύ παραγωγικά (διατηρούσαν φυτά, κατοικίδια, έκαναν θελήματα κ.λπ) και γνώριζαν πολλά πράγματα σχετικά με την εργασία των γονέων τους. Στην εφηβεία τα παιδιά αυτά είχαν πολλούς φίλους και από τα δύο φύλα και έδειχναν απόλυτα ικανοποιημένα από τη σχέση με τους γονείς τους.

Σχετικά με τη γνωστική και την κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, έχει βρεθεί ότι η εμπλοκή του πατέρα σχετίζεται θετικά με τη νοητική του ανάπτυξη, τον αυτοέλεγχο (Fagan& Iglesias, 1999. Yongman, Kindlon, & Earls, 1995), τις ακαδημαϊκές επιδόσεις του, το ενδιαφέρον για το σχολείο (Nord, Brimhall, & West, 1997), καθώς και με την ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων του (Marsiglio et al., 2000a). Η συμμετοχή του πατέρα στο παιχνίδι του παιδιού και οι κοινωνικές του δραστηριότητες, όπως η συμμετοχή σε οργανισμούς,ομάδες, κοινωνικά δρώμενα, είναι επίσης παράγοντες που επηρεάζουν θετικά την κοινωνικότητα του παιδιού (MacDonald, 1987. Marsiglio et al., 2000a).

Η ανάμιξη του πατέρα έχει, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές και έμμεση επίδραση στην ανάπτυξη του παιδιού. Αυτό συμβαίνει μέσω της σχέσης με τη μητέρα, την υποστήριξη που της παρέχει και μέσω της οικονομικής υποστήριξης της οικογένειας. Για παράδειγμα, οιCummings και O’Reilly, όπως αναφέρουν οι Bogels & Phares (2008), βρήκαν πως οι μητέρεςπου υποστηρίζονται από τους συζύγους τους, έχουν πιο ποιοτική σχέση με τα παιδιά τους, σε αντίθεση με αυτές που δεν τυγχάνουν υποστήριξης. Ένας άλλος τρόπος έμμεσης συμμετοχής και επίδρασης της εμπλοκής του πατέρα, είναι η οικονομική υποστήριξη της οικογένειας,αφού οι σχετικές έρευνες δείχνουν, πως οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας σχετίζονται πολλές φορές με τη φτωχή διατροφή των παιδιών, με τα προβλήματα υγείας τους, με τις χαμηλές επιδόσεις τους, την εγκατάλειψη του σχολείου και τις δυσκολίες στη συμπεριφορά τους (Duncan & Brooks-Gunn, 1997).

Τέλος, η έρευνα των Amato & Rivera (1999), έδειξε πως η ανάμιξη του πατέρα στην ανατροφή των παιδιών επηρεάζει θετικά τη συμπεριφορά τους, άσχετα από τη φυλετική καταγωγή τους (λευκοί, Αφρικανο-αμερικάνοι, Λατίνοι), γεγονός που ενισχύει τη γενική πεποίθηση πως η ποιοτική και θετική εμπλοκή του πατέρα είναι ευεργετική για όλα τα παιδιά,σε όλους τους πολιτισμούς.


2. 5. Η απουσία του πατέρα (father’s absence)

Γύρω στη δεκαετία του ’50 οι ερευνητές άρχισαν να μελετούν τις συνέπειες της απουσίας του πατέρα σε οικογένειες που δεν είχαν πατέρα. Οι έρευνες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να μελετηθεί μία ακόμη διάσταση της πατρότητας, η απουσία, αλλά παρότι τα δεδομένα είναι εκτενή, είναι ταυτόχρονα και αμφιλεγόμενα (Lamp, 1987). Η μελέτη της πατρότητας απαιτεί το χειρισμό της, ως ένα πολυσύνθετο φαινόμενο που δεν πρέπει να μελετάται μονοδιάστατα ή στα πλαίσια του δίπολου παρουσία - απουσία. Για παράδειγμα,κάποια ερωτήματα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διερεύνηση της είναι: ο πατέρας είναι εκούσια απών και έχει εγκαταλείψει τα παιδιά του ή είναι ακούσια απών, αλλά συμμετέχει στη φροντίδα τους; Είναι σωματικά απών ή είναι σωματικά παρών και συναισθηματικά απών; Οι μητέρες ανατρέφουν μόνες τα παιδιά από επιλογή ή είναι αυτές που δεν επιτρέπουν την εμπλοκή του πατέρα (Tiedje & Darling-Fisher, 1996);

Στην πλειοψηφία τους τα ερευνητικά δεδομένα για την απουσία του πατέρασυγκλίνουν στην άποψη, ότι η απουσία του είναι αρνητικός παράγοντας για την ψυχολογικήευεξία των παιδιών και για πολλούς ακόμη τομείς της ανάπτυξης τους. Παιδιά πουμεγαλώνουν χωρίς πατέρα είναι πιθανό να παρουσιάσουν χαμηλότερες γνωστικές ικανότητεςκαι ακαδημαϊκές επιδόσεις (Mulkey, Crain, & Harrington, 1992) και να υποπέσουν σεπαραβατική συμπεριφορά (Dornbusch et al., 1985), σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουνχωρίς προβλήματα και με τους δύο γονείς. Επίσης, είναι δυνατόν να παρουσιάσουνχαμηλότερη αυτοεκτίμηση, αφού πιστεύουν πως εξαιτίας της απουσίας του πατέρα τους,τυγχάνουν χαμηλής αποδοχής από αυτόν (McCormick & Kennedy, 2000). Ιδιαίτερα για τααγόρια, έχει διαπιστωθεί πως η απουσία του πατέρα τα επηρεάζει περισσότερο από ότι τακορίτσια (Cabrera et al., 2000) και πως είναι πολύ πιθανό, εξαιτίας αυτού να επιδείξουνπερισσότερη σωματική και λεκτική βία (Mott & Kowaleski-Jones, 1997). Έχει επίσηςδιαπιστωθεί, πως δυσκολεύονται να δημιουργήσουν ποιοτικές σχέσεις με τους συνομήλικουςτους (Beaty, 1995). Τέλος, έχει παρατηρηθεί πως οι επιπτώσεις της απουσίας του πατέραείναι συνήθως σοβαρότερες στα μικρότερα παιδιά σε σύγκριση με τους εφήβους, οι οποίοιέχουν αναπτύξει περισσότερους μηχανισμούς προσαρμογής, συναισθηματική ωριμότητα καιέχουν περισσότερη πρόσβαση σε υποστηρικτικά δίκτυα, όπως αυτό των συνομηλίκων τους(Steinberg, 1989).

Από την άλλη, υπάρχουν έρευνες που υποστηρίζουν ότι ο πατέρας ασκεί πολύ μικρή επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των παιδιών και πως η απουσία του δεν έχει σοβαρές συνέπειες στην ανάπτυξη του παιδιού, άπαξ και ο οικονομικός παράγοντας μπορεί να εξασφαλιστεί (Crockett et al., 1993). Μάλιστα, σε κάποια έρευνα τους οι Silverstein &Auerbach (1999), θεωρούν ότι ούτε ο πατέρας, ούτε η μητέρα είναι μοναδικοί και σημαντικοί για τα παιδιά και πως οι γονεϊκοί ρόλοι είναι αντικαταστάσιμοι. Υποστηρίζουν πως η εμπλοκή του πατέρα υφίσταται περισσότερο στον οικονομικό ρόλο του, παρά στο συζυγικό και τον οικογενειακό. Τα παιδιά, σύμφωνα με τους παραπάνω ερευνητές, έχουν ανάγκη τουλάχιστο από έναν ενήλικο, ο οποίος θα τα φροντίζει σταθερά, θα συνδέεται συναισθηματικά μαζί τους και θα τους εξασφαλίζει μια σταθερή σχέση. Ούτε το φύλο, ούτε η βιολογική σχέση είναι σημαντικοί παράγοντες ανάπτυξης του παιδιού, άρα ο οποιοσδήποτε μπορεί να παίξει το ρόλο του πατέρα ή της μητέρας, αρκεί να τηρεί τις παραπάνω προϋποθέσεις. Η οποιαδήποτε αδυναμία ψυχολογικής προσαρμογής, που παρατηρείται στα παιδιά π.χ σε περιπτώσεις διαζυγίου των γονέων τους ή κατά την απουσία του πατέρα,δημιουργείται από τη διακοπή της συνέχειας κάποιων δεδομένων συνθηκών για το παιδί(οικονομικών, συναισθηματικών κ.λπ), παρά από τη διάλυση του γάμου ή την απουσία του πατέρα.
 
2. 6. Η πατρική τυπολογία στην Ελλάδα – Τύποι πατέρων

Στην Ελλάδα, η έρευνα για την άσκηση του αντρικού γονεϊκού ρόλου και τη συμμετοχή του Έλληνα πατέρα στις οικογενειακές δραστηριότητες και στη φροντίδα των παιδιών είναι περιορισμένη, γεγονός που αποτελεί και ένα σημαντικό ερευνητικό περιορισμό στην παρούσα έρευνα (Maridaki – Kassotaki, 2000). Τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας –της μοναδικής που εντοπίστηκε κατά τη βιβλιογραφική ανασκόπηση – της Maridaki–Kassotaki (2000), έδειξαν πως η πατρότητα γενικά αντιμετωπίζεται θετικά από τους Έλληνες πατέρες, ως μια ευχάριστη εμπειρία, παρότι τους προκαλεί ψυχολογική ένταση λόγω των υποχρεώσεων που προϋποθέτει. Οι πατέρες που κατοικούν στις πόλεις δείχνουν να συμμετέχουν πιο πολύ στην ανατροφή των παιδιών και να εμπλέκονται συστηματικότερα σε δραστηριότητες που αφορούν τη φροντίδα τους, συγκρινόμενοι με αυτούς που κατοικούν σε αγροτικές περιοχές, παρότι παραδέχονται πως αυτό είναι «γυναικεία» ευθύνη. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπου η πατρική ανάμιξη είναι περιορισμένη, οι γυναίκες είναι εκείνες που αποτρέπουν τους συζύγους τους από την ενασχόληση τους με την ανατροφή των παιδιών,ισχυριζόμενες πως οι άντρες υπολείπονται των κατάλληλων δεξιοτήτων. Ακολουθώντας τα παραδοσιακά στερεότυπα, ο ρόλος του άντρα, κυρίως στις αγροτικές περιοχές, περιορίζεται κυρίως στο ρόλο του κουβαλητή, ενώ αντίθετα στις πόλεις, έχει αρχίσει να γίνεται αποδεκτός ο νέος ρόλος του, ως υποστηρικτής της γυναίκας – μητέρας και ως συμμετέχων στη φροντίδα των παιδιών. Αυτή η σαφής διαφοροποίηση των ρόλων του Έλληνα πατέρα, μεταξύ των αστικών και αγροτικών περιοχών, ενισχύει τον ισχυρισμό ότι η πατρότητα είναι μια δυναμική διαδικασία, που διαμορφώνεται ανάλογα με τα πρότυπα, τις πεποιθήσεις και τα στερεότυπα του εκάστοτε πολιτισμικού και κοινωνικού περιβάλλοντος (Maridaki – Kassotaki, 2000).

Όπως προαναφέρθηκε, ένας πολύ σημαντικός περιορισμός στην έρευνα, παγκοσμίως,σχετικά με τη γονεϊκή τυπολογία, είναι ότι επικεντρώνεται κυρίως στην περιγραφή καιανάλυση της τυπολογίας της μητέρας (Amato & Fowler, 2002. Marsiglio et al., 2000a), με αποτέλεσμα η τυπολογία του πατέρα να μην έχει ερευνηθεί επαρκώς. Στη σχετική βιβλιογραφική ανασκόπηση που πραγματοποιήθηκε, εντοπίστηκαν μόνο δύο έρευνες πουεξέταζαν αμιγώς την τυπολογία του πατέρα. Η μία του Paquette et al. (2000), διεξήχθη σε 468 Γαλλοκαναδικές οικογένειες, που ζούσαν σε δυσμενές και φτωχικό περιβάλλον. Με βάση τα χαρακτηριστικά τους, προτάθηκαν τέσσερις τύποι πατέρων. Οι τρεις πρώτοι ταυτίζονται με τα χαρακτηριστικά του μοντέλου της Baumrind (υποστηρικτικός, αυταρχικός, επιτρεπτικός). Ο τέταρτος, ο «υποκινητής»(stimulative), είναι ο τύπος πατέρα που δείχνει τη μεγαλύτερη συναισθηματική υποστήριξη προς τα παιδιά σε σύγκριση με τους άλλους, έχει την πιο έντονη ψυχολογική παρουσία και υποκινεί τα παιδιά στη διερεύνηση και στην εμπλοκή τους σε καινούργιες δραστηριότητες. Οι πατέρες που εντάσσονται στο συγκεκριμένο τύπο, δείχνουν να έχουν και ασφαλέστερες κοινωνικές σχέσεις.

Η δεύτερη των Jain, Belsky, & Crnic (1996), διεξήχθη σε 69 οικογένειες μεσαίας τάξης στον Καύκασο. Με βάση τα χαρακτηριστικά τους οι πατέρες κατηγοριοποιήθηκαν σε τέσσερις τύπους: α) στους «διαχειριστές» (caretakers), οι οποίοι εμπλέκονται κυρίως σε καθημερινές δραστηριότητες ρουτίνας των παιδιών β) στους «συμπαίκτες» (playmates) –«δάσκαλους» (teachers), οι οποίοι αλληλεπιδρούν με τα παιδιά τους σε παιγνιώδεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες γ) στους «αυστηρούς» (disciplinarians), οι οποίοι δίνουν έμφαση κυρίως στον τρόπο διαπαιδαγώγησης, πειθαρχίας, ελέγχου και κοινωνικοποίησης των παιδιών τους και δ) στους «αδιάφορους» (disengaged), οι οποίοι μένουν απόμακροι από τα παιδιά τους και δεν επιθυμούν να συμμετέχουν σε δραστηριότητες, όπως οι προηγούμενοι.

Στον ελληνικό χώρο η πατρική τυπολογία μελετήθηκε πρόσφατα από τη Μαριδάκη –Κασσωτάκη (2009). Οι συμμετέχοντες στην έρευνα ήταν 1572 πατέρες από 13 2001) και φέρει τον τίτλο «Ερωτηματολόγιο Τυπολογίας του Έλληνα Πατέρα».Το αντίστοιχο, τροποποιημένο εκφραστικά ερωτηματολόγιο, που εξετάζει την πατρική τυπολογία μέσω των αντιλήψεων των παιδιών,χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα έρευνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου