Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Τα ψυχοσυναισθηµατικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των µονογονεϊκών οικογενειών που προκύπτουν από διαζύγιο στην Κύπρο. Νο 1


 ΧΑΡΟΚΟΠΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ


ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΙΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ










ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ










ΘΕΜΑ:

Τα ψυχοσυναισθηµατικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των µονογονεϊκών οικογενειών που προκύπτουν από διαζύγιο στην Κύπρο




Φοιτήτρια
Δέσπω Κυπριανού
Α.Μ. 20656
Αθήνα 2010


Επιβλέπουσα καθηγήτρια
Αικατερίνη Αντωνοπούλου, Λέκτορας







Μέλη τριµελούς επιτροπής:
Αικατερίνη Αντωνοπούλου, Λέκτορας
Αικατερίνη Μαριδάκη-Κασσωτάκη, Καθηγήτρια
Βασιλική Κωσταρέλλη, Επ. Καθηγήτρια






ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ



Πρόλογος ……………………………………………………………………….…. 5


Κεφάλαιο 1ο: Εισαγωγή



Μονογονεϊκή οικογένεια: µία αυξανόµενη εναλλακτική µορφή οικογένειας …… 6
Ο θεσµός του γάμου και της οικογένειας ……………………………………....... 11


Κεφάλαιο 2ο: Ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά των μελών των μονογονεϊκών οικογενειών

Παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών από μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο …………………6
Κοινωνική προκατάληψη ………………………………………………………... 16
Ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών ……………………………………………... 19
Απουσία του ενός γονέα ……………………………………………………………. 20
Δυσμενής κοινωνικοοικονομική κατάσταση ……………………………………….. 26
Επιβαρημένη ψυχολογική κατάσταση των γονέων ……………………………… 28
Λειτουργία της νέας οικογένειας ………………………………………………….... 29

Βραχυπρόθεσμες ψυχοκοινωνικές επιδράσεις στα παιδιά ………………... 31

Μακροπρόθεσμες ψυχοκοινωνικές επιδράσεις στα παιδιά …………..…... 47

Ψυχοκοινωνικές επιδράσεις στους διαζευγμένους γονείς ……………….… 51

Η ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των μελών των μονογονεϊκών οικογενειών  59
Η ποιότητα της σχέσης μεταξύ γονέα που έχει την επιμέλεια και παιδιού ………. 59
Η ποιότητα της σχέσης μεταξύ γονέα που δεν έχει την επιμέλεια και παιδιού ….. 62
Η ποιότητα της σχέσης μεταξύ των διαζευγμένων γονέων ……………………… 66

Κεφάλαιο 3ο: Τρόποι ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των μελών των μονογονεϊκών οικογενειών

Τρόποι ομαλής ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των παιδιών ………………. 67
Τρόποι διευκόλυνσης της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής των γονέων …… 72
Σχολείο και μονογονεϊκή οικογένεια ……………………………………………. 74


Κεφάλαιο 4ο: Διατροφικές συνήθειες των παιδιών των μονογονεϊκών οικογενειών …………………………… 78

Κεφάλαιο 5ο: Ερευνητικό μέρος

Σκοπός έρευνας ………………………………………………………………… 82

Μέθοδος …………………………………………………………………………....83

Συμμετέχοντες ………………………………………………………………… 83
Εργαλεία της έρευνας ……………………………………………………………. 83
Διαδικασία ……………………………………………………………………….. 85

Αποτελέσματα ………………………………………………………………….. 87

Συζήτηση-Συμπεράσματα ………………………………………………..…. 95

Βιβλιογραφία ………………………………………………………………… 99
Παράρτημα 1 ………………………………………………………………….. 126
Παράρτημα 2 ……………………………………………………………….. 136

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται διεθνώς ο αριθμός των διαζυγίων και αντίστοιχα ο αριθμός των παιδιών που ζουν και μεγαλώνουν με ένα γονέα, γεγονός που εγείρει τον προβληματισμό σχετικά με τις παραδοσιακές αντιλήψεις για το θεσμό του γάμου και της οικογένειας. Η δραματική αύξηση του αριθμού των παιδιών από διαζευγμένες οικογένειες έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον για τις συνέπειες του διαζυγίου στην ανάπτυξη και στην ευεξία του παιδιού, καθώς το διαζύγιο επιδρά καταλυτικά στην προσαρμογή των παιδιών προκαλώντας ψυχοσυναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες. Αυτό αποτέλεσε και το κίνητρο για την πραγμάτωση της παρούσας  μελέτης, της οποίας στόχοι είναι η διερεύνηση των ψυχοσυναισθηματικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των  μελών της  μονογονεϊκής οικογένειας και η ποιότητα της σχέσης  μεταξύ των  μελών της, αλλά και  μεταξύ των  μελών με τον απόντα γονέα. Επίσης, η συγκεκριμένη  μελέτη ασχολείται και  με τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών των  μονογονεϊκών οικογενειών.

  
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ



1.1. Μονογονεϊκή οικογένεια:  μία αυξανόμενη εναλλακτική  μορφή οικογένειας

Σύμφωνα  με την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1989), ως  μονογονεϊκή οικογένεια ορίζεται η οικογένεια στην οποία ένας γονέας χωρίς σύζυγο ή σύντροφο, αλλά ενδεχομένως με άλλα άτομα - όπως για παράδειγμα τους γονείς - ζει μαζί με ένα τουλάχιστον ανύπαντρο παιδί, το οποίο εξαρτάται άμεσα απ’ αυτόν.
Οι βασικές πτυχές του ορισμού είναι η οικογενειακή κατάσταση του μόνου γονέα, η σύνθεση του νοικοκυριού και το εξαρτώμενο παιδί (Κογκίδου, 1995):

Α) Η οικογενειακή κατάσταση του μόνου γονέα: Οι μόνοι γονείς διακρίνονται σε χωρισμένους, χήρους και ανύπαντρους, καθώς αυτό το είδος οικογενειακού σχήματος μπορεί να προκύψει από διαζύγιο, θάνατο του ενός γονέα ή από μητρότητα εκτός γάμου. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των κατηγοριών είναι η απουσία του ενός γονέα, για διαφορετικό λόγο σε κάθε περίπτωση.
Συνήθως οι μόνοι γονείς από τη στιγμή που αποκτούν νέο σύντροφο – είτε μέσω απλής συμβίωσης είτε μέσω γάμου – δε θεωρούνται πλέον μόνοι γονείς (Κογκίδου, 1995). Εντούτοις, ο Trost (1986) προτείνει οι μόνοι γονείς να θεωρούνται μονογονεϊκή οικογένεια, ακόμη και όταν ξαναπαντρεύονται ή συμβιώνουν με άλλο άτομο, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων προς τα παιδιά και όχι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ των συντρόφων. Εξάλλου, υποστηρίζει ότι στη μονογονεϊκή οικογένεια υπάρχουν πάντοτε δύο γονείς, με εξαίρεση την περίπτωση της χηρείας, και κάθε γονέας θα πρέπει να θεωρείται μόνος γονέας. Παρ’ όλα αυτά, η άποψη αυτή δεν είναι ευρέως αποδεκτή.

Β) Η σύνθεση του νοικοκυριού: Ο μόνος γονέας έχει την ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις μοιράζεται αυτή την ευθύνη με άτομα κυρίως από το στενό συγγενικό του περιβάλλον και με αυτό τον τρόπο, το παιδί μπορεί να έχει και άλλους ενηλίκους που να ασκούν γονεϊκό ρόλο (Μπαμπάλης, 2005α).

Γ) Το εξαρτώμενο παιδί: Συνήθως ορίζεται ως εξαρτώμενο το παιδί που δεν έχει ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο όριο ηλικίας, εκείνο των 18 ετών, και ο όρος αυτός υποδηλώνει κυρίως την οικονομική εξάρτηση του παιδιού από το γονέα που έχει την ευθύνη για τη μέριμνα και ανατροφή του. τόσο, δε λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι το παιδί μπορεί να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένεια, και σε μερικές περιπτώσεις σε μεγαλύτερο βαθμόαπ’ ότι ο μόνος γονέας, ή ότι το παιδί μπορεί να συνεχίσει να εξαρτάται οικονομικά από το μόνο γονέα ακόμη και όταν έχει ξεπεράσει το συγκεκριμένο όριο ηλικίας (Κογκίδου, 1995).

Το φαινόμενο της ανατροφής των παιδιών από ένα γονέα προϋπήρχε ως εναλλακτική μορφή οικογενειακού βίου, αλλά πρόσφατα γνώρισε ραγδαία αύξηση, γι’ αυτό και υιοθετήθηκε από τους ερευνητές ο όρος «μονογονεϊκή οικογένεια». Τα διεθνή αλλά και τα εθνικά στατιστικά και δημογραφικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι το φαινόμενο της μονογονεϊκής οικογένειας παρουσιάζει μία εξαιρετικά αυξητική τάση κατά τις τελευταίες δεκαετίες (Μπαμπάλης,2005α).

Ο όρος «μονογονεϊκή οικογένεια» δεν αντανακλά μία ενιαία κοινωνική πραγματικότητα, αλλά εμπεριέχει πολλούς και διαφορετικούς τύπους οικογενειακής οργάνωσης, όπως για παράδειγμα ο μόνος γονέας μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα, ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια των παιδιών να συμμετέχει σε διαφορετικό βαθμό στη ζωή του παιδιού, η αιτία της μονογονεϊκότητας να είναι διαφορετική, μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, να έχουν διαφορετικές αναπαραστάσεις για τη μονογονεϊκότητα, διαφορετική λειτουργικότητα κλπ. Επομένως, είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι η μονογονεϊκότητα δεν έχει τις ίδιες ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις σε όλα τα παιδιά.
Τα παιδιά των μονογονεϊκών  οικογενειών μπορεί να αποτελούν μία ειδική στατιστική κατηγορία, όμως οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ότι ουσιαστικά δεν αποτελούν μία ομοιογενή ομάδα (Παππά, 2006).

Σύμφωνα με την Μουσούρου (1989), «είναι φανερό ότι η μονογονεϊκότητα είναι κατά κύριο λόγο γυναικεία υπόθεση». Στην πλειονότητα τους οι μόνοι γονείς είναι γυναίκες, μητέρες που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Παρ’ όλα αυτά, σημειώνεται αξιοπρόσεκτη αύξηση του αριθμού των ανδρών μόνων γονέων, όμως μικρότερη από την αντίστοιχη αύξηση των μόνων μητέρων, δεδομένου ότι η επιμέλεια των παιδιών ανατίθεται συνήθως στη μητέρα μετά το διαζύγιο. Άλλωστε σύμφωνα με έρευνες που έχουν διεξαχθεί για τη μονογονεϊκή οικογένεια, ο μόνος πατέρας μπορεί να ανταγωνιστεί ισότιμα τη μητέρα στον «πρωταρχικό» ρόλο της ανατροφής του παιδιού (Μπαμπάλης, 2005α).

Η μονογονεϊκότητα μπορεί να αποτελεί την τελική φάση ή μία ενδιάμεση φάση στην οικογενειακή κατάσταση ενός ανθρώπου. Έτσι, το άτομο μπορεί να εισέλθει σ’ αυτή τη μορφή οικογενειακής οργάνωσης και να αντιμετωπίσει την είσοδο αυτή είτε ως μία μόνιμη είτε ως μία μεταβατική παροδική οικογενειακή κατάσταση (Michel, 1993).

Στην περίπτωση της μονογονεϊκής οικογένειας έχουμε άρνηση της συζυγικής σχέσης, αλλά αποδοχή της γονεϊκής! Ο γονεϊκός ρόλος εξακολουθεί να υφίσταται και μετά τη ρήξη του συζυγικού σχήματος. Το διαζύγιο αποτελεί τη λύση του γάμου, αλλά όχι της οικογένειας, η οποία δε διαλύεται, απλώς αλλάζει μορφή με την απουσία του ενός γονέα από το νοικοκυριό(Μπαμπάλης, 2005β). Σύμφωνα με τη Sullerot (1984), ο όρος «μονογονεϊκή οικογένεια» είναι λανθασμένος, καθώς τα παιδιά έχουν κατά κανόνα πατέρα (ή μητέρα) που δεν είναι μέλος του νοικοκυριού, αλλά αποτελεί μέλος της οικογένειας τους και συνεπώς, τονίζει ότι πρόκειται για μονογονεϊκό νοικοκυριό. Ο όρος «μονογονεϊκή οικογένεια» ενδεχομένως να παραγνωρίζει το σημαντικό ρόλο του άλλου γονέα.

Στη σημερινή εποχή, η συχνότερη αιτία δημιουργίας μονογονεϊκής οικογένειας είναι ένα διαζύγιο σε αντίθεση με τα παλαιότερα χρόνια, όπου κύρια αιτία αποτελούσε ο θάνατος του ενός συζύγου. Η κατηγορία των διαζευγμένων γονέων αντιπροσωπεύει σχεδόν το ήμισυ του συνόλου των μονογονεϊκών οικογενειών. Το διαζύγιο δεν αποτελεί ένα τυπικό και στιγμιαίο γεγονός για τα παιδιά, αλλά συχνά είναι το τέλος μιας μακράς και ίσως επίπονης διαδικασίας, φορτισμένης με εντάσεις και συγκρούσεις. Η διαδικασία του διαζυγίου και τα επακόλουθα της επιδρούν αποδιοργανωτικά στον ψυχοσυναισθηματικό και κοινωνικό τομέα της ζωής του κάθε μέλους της οικογένειας (Κυριακίδη, 1999; Χατζηχρήστου, 1999).

Σύμφωνα με τον Bohannon (1970), το διαζύγιο έχει μακρά χρονική διάρκεια και περιλαμβάνει έξι στάδια, τα οποία εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο και ένταση σε κάθε άτομο:

Α) Συναισθηματικό διαζύγιο: Πρόκειται για το στάδιο που προηγείται του οριστικού χωρισμού και χαρακτηρίζεται από τη δυσαρέσκεια και απογοήτευση των συζύγων για την εξέλιξη της σχέσης τους και την τροπή που παίρνει η προσωπική τους ζωή. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους και τη σταδιακή απομάκρυνση τους από τη σχέση.

Έτσι, κάθε σύζυγος επιβαρύνεται συναισθηματικά και αδυνατεί να επιλύσει τα προβλήματα
που εμφανίζονται, με αποτέλεσμα η σχέση να οδηγείται σε αδιέξοδο.

Β) Νομικό διαζύγιο: Αφορά στη διευθέτηση και επικύρωση του χωρισμού μέσω νομικών διαδικασιών.

Γ) Οικονομικό διαζύγιο: Αφορά στη διευθέτηση της κοινής περιουσίας των συζύγων και στις ρυθμίσεις που σχετίζονται με τη διατροφή της συζύγου και των ανήλικων παιδιών.

Δ) «Διαζύγιο» από τον κοινό γονεϊκό ρόλο: Στο στάδιο αυτό διευθετούνται τα ζητήματα πουαφορούν την επιμέλεια των παιδιών και τα δικαιώματα του γονέα που δεν παίρνει την επιμέλεια να έχει επικοινωνία με τα παιδιά του. Οι γονείς χωρίζουν σε ότι αφορά το συζυγικό ρόλο, όμως ασκούν το γονεϊκό ρόλο από κοινού σε ισότιμη βάση.

Ε) «Διαζύγιο» από τον κοινωνικό περίγυρο: Πρόκειται για το «διαζύγιο» που συνήθως παίρνουν οι διαζευγμένοι γονείς από το κοινωνικό τους περιβάλλον με σκοπό να αποστασιοποιηθούν από τον/την πρώην σύζυγο. Επέρχονται αλλαγές στον κοινωνικό κύκλο των φίλων και γνωστών, οι οποίες προκαλούν προβλήματα μοναξιάς και κοινωνικής απομόνωσης με επακόλουθο την αναζήτηση υποστήριξης από άλλα άτομα, ομάδες και κοινωνικούς συλλόγους.

ΣΤ) Ψυχικό διαζύγιο: Αποτελεί τη δυσκολότερη φάση και αφορά στη δημιουργία της νέας οικογενειακής σταθερότητας, η οποία προϋποθέτει την πλήρη αποκατάσταση της ψυχολογίας των διαζευγμένων γονέων. Καταβάλλεται μία συνεχής προσπάθεια για αντιμετώπιση του ψυχικού τραύματος και προσωπική ανασυγκρότηση, με σκοπό σταδιακά να επέλθει η «απεξάρτηση» του ενός συζύγου από τον άλλο.

Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά επιθυμούν να ζήσουν ευτυχισμένα και με τους δύο γονείς τους, όμως όλα θα προτιμούσαν να ζήσουν με τον ένα γονέα παρά και με τους δύο σε ένα δυστυχισμένο γάμο. Το παιδί της μονογονεϊκής οικογένειας μπορεί να εμφανίζεται περισσότερο ευάλωτο σε σχέση με αυτό της πυρηνικής οικογένειας εξαιτίας του ενδεχομένου ύπαρξης μεγαλύτερων ψυχοκοινωνικών δυσκολιών, όμως δεν είναι αναγκαστικά δυστυχισμένο! (Herbert, 1997)

Στη σύγχρονη εποχή, για την αξιολόγηση μίας οικογένειας ως υγιούς ή μη, δε δίνεται έμφαση στη μορφή της οικογένειας, δηλαδή εάν οι γονείς μένουν μαζί ή όχι, αλλά στις διεργασίες λειτουργίας της οικογένειας, οι οποίες αναφέρονται κυρίως στο είδος των σχέσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας - είτε μένουν μαζί είτε όχι - και στη διαδικασία με την οποία γίνεται η μετάβαση από τη μια κατάσταση στην άλλη (Μουσούρου, 1984;Robinson, 1990). Έτσι, δεν αντιμετωπίζεται η μονογονεϊκή οικογένεια απαραιτήτως ως μία μη υγιής οικογένεια, καθώς η κοινή γνώμη έχει αποτραβηχτεί, σε κάποιο βαθμό, από τις παραδοσιακές στερεότυπες αντιλήψεις, στις οποίες η οικογένεια με δύο γονείς αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο οικογένειας (Κατάκη, 1990).

Η κοινή γνώμη είχε συνηθίσει να ταυτίζει την ενήλικη ζωή του ατόμου με την έγγαμη κατάσταση και να θεωρεί το γάμο ως «τον μόνο φυσικό προορισμό του ανθρώπου», γι’ αυτό ανέκαθεν υπήρχε κοινωνική προκατάληψη απέναντι στη συγκεκριμένη μορφή οικογένειας. Παρόλο που διαφαίνεται μία προοδευτική αλλαγή στη στάση των ατόμων απέναντι στη μονογονεϊκή οικογένεια σε σχέση με το παρελθόν, λόγω του ότι δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη αριθμητικά, διατηρείται ακόμη έντονο το κοινωνικό στίγμα. Αξιοσημείωτο είναι ότι η κοινή αντίληψη έχει διαφοροποιηθεί όσον αφορά το διαζύγιο, καθώς έχει πάψει να θεωρείται πληγή για το θεσμό του γάμου, αλλά αντιθέτως αποτελεί μέσο στην προσπάθεια για προσωπική πλήρωση (Μπαμπάλης, 2005α).

Στις σύγχρονες κοινωνίες, η μονογονεϊκή οικογένεια είναι το σχήμα οικογένειας που παρουσιάζει εντυπωσιακή και συνεχή αύξηση της συχνότητας. Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα και στην Κύπρο εξακολουθεί να θεωρεί τις μονογονεϊκές οικογένειες απόδειξη της κρίσης της οικογένειας δίχως να έχει εκλείψει τελείως η άποψη ότι είναι «διαλυμένες» και «ελλιπείς» οικογένειες που έχουν δυσμενή επίδραση στα παιδιά (Μουσούρου, 2005).Μάλιστα κάποιοι δε μιλάνε μόνο για κρίση, αλλά και για σταδιακή κατάργηση του θεσμού της οικογένειας, καθώς η μονογονεϊκή οικογένεια θεωρείται απειλή για το θεσμό της παραδοσιακής διγονεϊκής οικογένειας και τη σταθερότητα της κοινωνίας (Anthony, 1974;Περσιάνης, 1996).

Ωστόσο, δεν πρέπει να προσπερνάμε εκείνες τις περιπτώσεις των μονογονεϊκών οικογενειών που δεν είναι καταστροφικές για τα μέλη τους και δεν παρουσιάζουν αναγκαστικά αποδιοργάνωση, αλλά ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μελών τους και αποδεικνύονται λειτουργικές. Αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν ισχυρά επιχειρήματα για την άρση του κοινωνικού στίγματος (Michel, 1993). Η μονογονεϊκή οικογένεια δεν είναι από τη φύση της δυσλειτουργική και το γεγονός, για παράδειγμα, ότι πολλές οικογένειες με ένα γονέα ανήκουν στις λιγότερο ευνοημένες εισοδηματικές ομάδες δεν αποδεικνύει τη δυσλειτουργικότητα της μονογονεϊκής οικογένειας, αλλά την αποτυχία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής να της εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης (Kadushin,
1970).

Σύμφωνα με τον Γαλάνη (1995), το πρώτο βήμα που είναι αναγκαίο να γίνει για την ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας και την αντιμετώπιση της μονογονεϊκότητας ως έκφραση των καιρών και ως εναλλακτική μορφή οικογένειας και όχι ως έκφραση κρίσης και αποκλίνουσα μορφή οικογένειας, είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας και η στάση σεβασμού στην πολύμορφη οικογένεια. Μονάχα μ’ αυτό τον τρόπο θα κατανοηθούν καλύτερα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η μονογονεϊκή οικογένεια και θα εξυγιανθούν οι ανθρώπινες σχέσεις σε όλα τα επίπεδα.

Συμπερασματικά, ο σπουδαιότερος ρόλος της οικογένειας – οποιαδήποτε μορφή και αν έχει αυτή – είναι η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των μελών της, η διαμόρφωση της προσωπικότητας τους και η κοινωνικοποίηση τους, προστατεύοντας τα σε όλα τα στάδια της ζωής τους. Η μετάβαση από τη μία μορφή στην άλλη δε θα πρέπει να προκαλεί πανικό και σύγχυση, αλλά θα πρέπει να είναι σεβαστή και επιδιωκόμενη όταν εξυπηρετεί την υγιή λειτουργία της οικογένειας (Μπαμπάλης, 2005α).


1.2. Ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας

Η οικογένεια είναι ένα ζωντανό ψυχοκοινωνικό σύστημα, καθώς εξελίσσεται και σημειώνει γρήγορες αλλαγές στη μορφή και τον τρόπο λειτουργίας της, στις οποίες προσαρμόζεται. Έτσι, η οικογένεια – όπως και όλα τα ζωντανά συστήματα – ακολουθεί τις βασικές αρχές της εξέλιξης και της προσαρμογής. Κατά τη μακραίωνη ιστορία του, ο θεσμός της οικογένειας άλλαξε μορφές και τρόπο λειτουργίας μέχρι να φτάσει στην πατριαρχική οικογένεια, μετέπειτα στην εκτεταμένη οικογένεια και στην πυρηνική οικογένεια   κοινωνίες (Γαλάνης, 1995).

Η αναγνώριση της ρευστότητας που χαρακτηρίζει το φαινόμενο της οικογένειας δεν υποσκάπτει την οικογένεια, αλλά ενισχύει τη διαπίστωση της διαχρονικότητας της, όμως όχι κάτω από ένα μοναδικό και σταθερό σχήμα, αλλά από μία ποικιλία μορφών. Η ρευστότητα αυτή έγκειται στην πολλαπλότητα των μορφών οικογενειακής οργάνωσης, αλλά και στη δυνατότητα εναλλαγής των μορφών κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Εντούτοις, υπάρχουν ορισμένα σταθερά στοιχεία σε όλες τις μορφές οικογενειακής οργάνωσης, όπως, για παράδειγμα, η γονεϊκή σχέση (Κογκίδου, 1995).

Η σύγχρονη οικογένεια προσπαθεί να αποκτήσει νέα σημασία και περιεχόμενο. Η πηγή και ο λόγος ύπαρξης της οικογενειακής σταθερότητας δεν είναι πλέον το ζευγάρι, αλλά τα παιδιά και αυτό το σημείο αναφοράς υπάρχει και στην περίπτωση του διαζυγίου .οικογενειακή σταθερότητα εξακολουθεί να υπάρχει, όμως αποκτά πλέον διαφορετική σημασία στα πλαίσια της ρευστότητας του φαινομένου της οικογένειας (Γεωργιάδη, 1996).Η μονογονεϊκή οικογένεια, υπηρετώντας τις ανάγκες των παιδιών της, καθίσταται ως προτιμότερη από τη δυσλειτουργία μίας πυρηνικής. Η σταθερότητα ενός οικογενειακού σχήματος παύει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το διγονεϊκό μοντέλο. Οι σύγχρονες τάσεις επισημαίνουν τον παιδοκεντρικό χαρακτήρα που έχουν αποκτήσει όλες οι μορφές οικογένειας και υποδεικνύουν υγιές το οικογενειακό μοντέλο που μπορεί να εξασφαλίσει την κοινωνική και συναισθηματική ασφάλεια του παιδιού (Κατάκη, 1998).

Η μονογονεϊκή οικογένεια, όπως έχει ήδη αναφερθεί, εμφανίζεται ως απειλή για τις οικογενειακές αξίες εξαιτίας της επικράτησης ενός στερεοτύπου, την ιδεώδη δηλαδή εκείνη εικόνα της συμβατικής οικογένειας που περιλαμβάνει δύο γονείς ενωμένους με γάμο. Αυτό ισχύει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, όπου και εμφανίστηκε η πρώτη θεωρητική προσέγγιση που αναγνώριζε ότι στο θεσμό της οικογένειας ενυπάρχουν πολλά διαφορετικά σχήματα οικογενειακής οργάνωσης. Κατά τη δεκαετία του 1980, στην Ευρώπη έχει αρχίσει να γίνεται ευρέως αντιληπτό ότι η υγεία της οικογένειας στηρίζεται στις ουσιαστικές σχέσεις μεταξύ των μελών της και όχι απαραίτητα στη μορφή της, με επακόλουθο το μοντέλο της μονογονεϊκής οικογένειας να αρχίσει να γίνεται πιο αποδεκτό (Segalen & Zonabend, 1986).Ο Segalen (1988) αναφέρει ότι το ζευγάρι εξελίσσεται, η οικογενειακή μονάδα παίρνει διαφορετική μορφή, αλλά ο θεσμός της οικογένειας παραμένει κυρίαρχος και εξακολουθεί να είναι πάντοτε ισχυρός.

Σε μία κοινωνία όπου κυριαρχεί το διγονεϊκό μοντέλο οικογένειας, η μονογονεϊκή οικογένεια αναπόφευκτα δέχεται έντονη κριτική και σύγκριση με την επικρατούσα μορφή οικογένειας. Η μονογονεϊκή οικογένεια έχει μελετηθεί συστηματικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1970μέχρι σήμερα, όμως το ενδιαφέρον για τη θέση, τις ανάγκες και τα προβλήματα της στη σύγχρονη κοινωνία και οι προσπάθειες για θετική παρέμβαση άρχισαν να εκδηλώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό μόλις κατά την τελευταία δεκαετία (Μπαμπάλης,
2005α).

Οι διαφορετικές αντιλήψεις του καιρού μας για το γάμο και την οικογένεια είναι, αναμφισβήτητα, εμφανείς. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πλέον απαλλαγμένος από την υποχρέωση να ακολουθήσει ή να παραμείνει στην επικρατούσα μορφή οικογένειας, γι’ αυτό έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τη μορφή οργάνωσης του ιδιωτικού του βίου με εντελώς διαφορετικά κριτήρια από αυτά του παρελθόντος, και με κυριότερο τη μέγιστη ικανοποίηση των πραγματικών εσωτερικών του αναγκών. Η σημερινή οικογένεια εστιάζει σε μεγαλύτερο βαθμό στη διαπαιδαγώγηση και κοινωνικοποίηση των παιδιών, συγχρόνως με την ολοκληρωμένη συναισθηματική κάλυψη όλων των μελών της (Μπαμπάλης, 2005β).

Το μονογονεϊκό μοντέλο αποτελεί πλέον ένα εναλλακτικό σχήμα ιδιωτικού βίου, το οποίο σύντομα θα θεωρείται ένα σύνηθες σύστημα οικογενειακής οργάνωσης λόγω της αλματώδους αύξησης του. Η εικόνα αυτή δεν αντιπροσωπεύει ακριβώς την ελληνική πραγματικότητα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς κατέχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά μονογονεϊκότητας, αλλά εκτιμάται ότι με μία μικρή χρονική καθυστέρηση, θα την προσεγγίσει. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το ποσοστό των μονογονεϊκών οικογενειών στην Ελλάδα ξεκίνησε με χαμηλούς δείκτες, όμως Αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Ο αριθμός των ατόμων που επιλέγουν τη μονογονεϊκότητα από ένα γάμο που δεν τους ικανοποιεί αυξάνεται, όπως επίσης, και των ατόμων – κυρίως γυναικών – που επιλέγουν να παραμείνουν σε αυτή την κατάσταση παρά να συνάψουν γρήγορα ένα νέο γάμο (Κογκίδου, 1995).

Στην Ελλάδα, ο θεσμός του γάμου είναι ισχυρός και ιδιαίτερα ανθεκτικός σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και τα ποσοστά των διαζυγίων είναι προοδευτικώς αυξανόμενα. Οι ερευνητές αποδίδουν την ανοδική πορεία της συχνότητας του διαζυγίου, κατά κύριο λόγο, στη βελτίωση του εκπαιδευτικού επιπέδου και την οικονομική ανεξαρτησία της Ελληνίδας γυναίκας, τα οποία δημιουργούν προϋποθέσεις για να ζητήσει διαζύγιο με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι παλαιότερα (Παππά, 2006).

Ωστόσο, υπάρχουν υποστηρικτές της άποψης ότι προκειμένου να αποφευχθούν οι δυσμενείς συνέπειες του διαζυγίου στα παιδιά, οι γονείς επιβάλλεται να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, να θυσιάσουν μέχρι και τη δική τους ευτυχία με σκοπό να μη διαλυθεί ο κλονισμένος γάμος τους. Αυτό αντιτίθεται στη θέση που υποστηρίζει ότι όταν σε ένα γάμο δεν υπάρχει αγάπη και είναι αποτυχημένος, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη διάλυση του. Γάμοι, που μέσα τους βασιλεύει η ασυμφωνία των συζύγων, οι διαπληκτισμοί και το μίσος, δεν μπορούν ποτέ να αποτελέσουν πηγή ευτυχίας και δημιουργίας για τον άνθρωπο, αλλά αντιθέτως, αποτελούν μία μολυσμένη εστία που δηλητηριάζει καθημερινά τους συζύγους και τα παιδιά (Κανελλοπούλου, 1981).
Το διαζύγιο θεωρείται προτιμότερο όταν ο γάμος κλονισθεί ανεπανόρθωτα, γιατί όση προσπάθεια και αν καταβάλουν οι γονείς, τα παιδιά αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα μέσω της διαίσθησης και της παρατηρητικότητας που διαθέτουν, με αποτέλεσμα ο λυμένος γάμος να έχει λιγότερο επιβλαβείς επιπτώσεις στα παιδιά (Φωτάκη, 1971).

Η αύξηση των διαζυγίων δεν εκφράζει οπωσδήποτε κρίση του θεσμού του γάμου, αλλά την τάση των ατόμων να διεκδικούν το δικαίωμα της επιλογής. Στη σημερινή εποχή, η ύπαρξη ενός ζευγαριού εξαρτάται από το αν και οι δύο σύντροφοι είναι ικανοποιημένοι από τη συναισθηματική, σεξουαλική, κοινωνική τους ζωή, διατηρώντας, ο καθένας, όσο το δυνατό σε μεγαλύτερο βαθμό την αυτονομία του, τα προσωπικά του σχέδια για τη ζωή. Η ύπαρξη των παιδιών δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για τη συνύπαρξη τους. Ο γάμος έγινε πολύ πιο εύθραυστος και δεν κρατάει πια τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα όσο παλαιότερα(Κογκίδου, 1995).

Οι Amato και Keith (1991a) διαπίστωσαν ότι έρευνες από άλλες χώρες αναφέρουν περισσότερα προβλήματα στα παιδιά με χωρισμένους γονείς σε σύγκριση με τις έρευνες στις Η.Π.Α., μία χώρα όπου το διαζύγιο είναι πιο διαδεδομένο και στιγματίζει λιγότερο. Τα στατιστικά στοιχεία υποδηλώνουν τη διεθνώς αυξανόμενη συχνότητα του διαζυγίου, οπότε ανεξάρτητα από στάσεις και αντιλήψεις, το διαζύγιο αποτελεί μία κοινωνική πραγματικότητα. Στις νότιες ευρωπαϊκές χώρες, τα ποσοστά των μονογονεϊκών οικογενειών είναι χαμηλότερα σε σχέση με τις βορειοευρωπαϊκές χώρες, με την Κύπρο να έχει το χαμηλότερο ποσοστό και να χαρακτηρίζεται ως «ο θεματοφύλακας της οικογενειακής παράδοσης» (Ρήγα και συν., 2006).


2. ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΩΝ ΜΟΝΟΓΟΝΕΪΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ


2.1. Παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών από
μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο

Η μονογονεϊκότητα θεωρείται αιτία για να ανακύψουν ποικίλα προβλήματα. Ωστόσο, σε συνδυασμό με αυτήν, είναι απαραίτητο να εξετάζονται εκείνες οι μεταβλητές που σε σημαντικό βαθμό καθορίζουν τη συχνότητα και την ένταση της εμφάνισης όλων των ψυχοσυναισθηματικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών στα μέλη των μονογονεϊκών οικογενειών, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι οι αντιδράσεις των παιδιών συνδέονται με διάφορους παράγοντες (Goetting, 1981).

Οι Hetherington, Bridges και Isabella (1998) υποστηρίζουν ότι η ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών από μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο γίνεται με βάση: α) τα ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών της μονογονεϊκής οικογένειας ,β) την απουσία του ενός γονέα, γ) τη δυσμενή κοινωνικοοικονομική κατάσταση στην οποία πιθανώς να εισέρχεται η μονογονεϊκή οικογένεια, δ) την επιβαρημένη ψυχολογική κατάσταση των γονέων και ε) τη λειτουργία της νέας οικογένειας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την προσέγγιση και προσθέτοντας την επισήμανση του μπαμπάλη (2005α) για τη σημασία της προκατάληψης από το ευρύτερο οικογενειακό, φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον σε βάρος των οικογενειών με ένα γονέα, παρακάτω θα γίνει ανάλυση των συνολικά έξι παραμέτρων που επηρεάζουν τη διαμόρφωση των ψυχοσυναισθηματικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών αυτών των παιδιών:


2.1.1. Κοινωνική προκατάληψη


Παρά τη σταδιακή αλλαγή των αρνητικών στάσεων απέναντι στα χωρισμένα άτομα εξαιτίας της αυξανόμενης συχνότητας εμφάνισης του θεσμού της μονογονεϊκής οικογένειας, διατηρείται ακόμη ως ένα βαθμό το κοινωνικό στίγμα για τις μονογονεϊκές οικογένειες, που θεωρούνται απειλή για το θεσμό της παραδοσιακής οικογένειας με δύο γονείς και της σταθερότητας της κοινωνίας (Popenoe, 1988).

Οι αντιλήψεις αυτές συνδέονται με το χαρακτηρισμό των οικογενειών αυτών ως «διαλυμένων οικογενειών» ή «ελλιπών οικογενειών» ή «αποδιοργανωμένων οικογενειών», που έχουν αναπόφευκτα αρνητική επίδραση στα παιδιά (Burgess, 1970). Η κοινή πεποίθηση είναι ότι η παρουσία της μητέρας και του πατέρα είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υγιή ανάπτυξη του παιδιού και η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια αποτελεί την πιο επιθυμητή και θετική μορφή οικογένειας στα μάτια του κόσμου (Blechman, 1982; Ganong et al., 1990; Levitin, 1979).

Επομένως, σε ποιο βαθμό τα προβλήματα που αποδίδονται στις μονογονεϊκές οικογένειες είναι αποτέλεσμα της δυναμικής της οικογένειας ή της διάκρισης που υφίστανται σε μία κοινωνία όπου κυριαρχεί το διγονεϊκό μοντέλο; (Dill et al., 1980; Mc Cubbin et al., 1980) ΗLefaucheur (1985) αναφέρει ότι ένας μεγάλος αριθμός προβλημάτων που έχουν οι μόνοι γονείς, ιδιαίτερα οι μόνες μητέρες, είναι αποτέλεσμα της αντίληψης για τους ρόλους των φύλων, της κατώτερης θέσης των γυναικών στην κοινωνία και του κοινωνικού στιγματισμού για τις ίδιες και τα παιδιά τους και όχι τόσο στην απουσία ενός συζύγου. Η Κογκίδου(1995) αναφέρει ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζει η κοινωνία τις μόνες μητέρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, αμφιθυμικός, καθώς αντιμετωπίζονται με συμπάθεια, σεβασμό και με διάθεση βοήθειας, ενώ ταυτόχρονα, «κάτι δεν πάει καλά με αυτές».

Το να είσαι παιδί διαζευγμένων γονιών σημαίνει, σύμφωνα με την κοινή γνώμη, ότι έχεις κάποια ψυχολογική, συναισθηματική, κοινωνική μειονεξία, αναφέρει η Κανελλοπούλου(1981) και συμπληρώνει με το εξής εύστοχο ερώτημα: «Λέγεται τάχα ενωμένη μία οικογένεια όταν μόνο και μόνο δεν έχει οδηγηθεί στην τυπική λύση του γάμου, που μέσα της, όμως, οι καυγάδες, η σύγχυση και οι διαπληκτισμοί βασιλεύουν;»

Έρευνες έχουν δείξει ότι το κοινωνικό στίγμα και τα αρνητικά στερεότυπα για τους γονείς που έχουν χωρίσει, επιδρούν αρνητικά σε όλα τα μέλη της οικογένειας (Brandwein et al.,1974). Επίσης, έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι χώρες με μικρότερη συχνότητα διαζυγίων αντιμετωπίζουν αρνητικότερες κοινωνικές στάσεις και αναφέρουν μεγαλύτερα προβλήματα συμπεριφοράς και ψυχολογικής προσαρμογής των παιδιών μετά το διαζύγιο και περισσότερες δυσκολίες στις σχέσεις τους με τους δύο γονείς (Amato & Keith, 1991a).

Για την πλειονότητα του συνόλου της κοινωνίας, ο γάμος αποτελεί τη μόνη επιθυμητή κατάσταση και τον φυσιολογικό προορισμό του ανθρώπου, και συνεπώς, η γονεϊκότητα εμπεριέχεται αναγκαστικά στη συζυγική κατάσταση. Όσο περισσότερο αυτή η μορφή οικογενειακής οργάνωσης εκλαμβάνεται ως η «κανονική οικογένεια», τόσο περισσότερο αρνητικά βιώνεται η μονογονεϊκότητα. Απ’ την άλλη μεριά, υπάρχει η άποψη πως οι μονογονεϊκές οικογένειες έχουν την τάση για απομόνωση. Η έλλειψη ελεύθερου χρόνου που παρατηρείται στους μόνους γονείς για να διατηρήσουν ή να δημιουργήσουν σχέσεις επηρεάζει αρνητικά την επαφή των μονογονεϊκών οικογενειών με το ευρύτερο φιλικό και συγγενικό τους περιβάλλον και την κοινωνία.
Επομένως, αναπόφευκτα περιορίζεται η επαφή του κοινωνικού συνόλου με τις ανάγκες και τη φιλοσοφία της μονογονεϊκής οικογένειας, με αποτέλεσμα να αναπαράγεται και τελικά να επικρατεί η άποψη που υποστηρίζει ότι η πυρηνική οικογένεια είναι ο ιδανικός τύπος οικογένειας (Μπαμπάλης,2005α).

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις ισχύει το γεγονός ότι οι μόνοι γονείς που προκύπτουν από διαζύγιο μπορεί να θεωρηθούν απειλή, ιδιαίτερα οι χωρισμένες γυναίκες, για τα παντρεμένα ζευγάρια και δε θεωρούνται ευπρόσδεκτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις, με επακόλουθο οι μόνες μητέρες που δεν έχουν κατορθώσει να διατηρήσουν τις παλιές στενές φιλίες τους, μέσω των οποίων καλύπτονταν και στηρίζονταν συναισθηματικά, για ακόμη μία φορά να καταλήγουν στην απομόνωση (Goetting, 1981).

Τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών πιθανό να αντιμετωπίζουν την προκατάληψη ή την απόρριψη από τα άλλα παιδιά. Αντίστοιχα, ο μόνος γονέας είναι πιθανό να παρασύρει το παιδί συνειδητά ή ασυνείδητα στην κοινωνική απομόνωση, εάν ο ίδιος έχει στραφεί σε αυτήν. Ωστόσο, ο σημαντικότερος παράγοντας της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής του παιδιού μετά την οικογένεια είναι η ομάδα των συνομηλίκων στο πλαίσιο του παιχνιδιού και της συντροφιάς μεταξύ τους, γιατί προσφέρει στο παιδί πληροφορίες, γνώσεις και εμπειρίες που δεν μπορεί ούτε η οικογένεια ούτε το σχολείο να του προσφέρει. Εάν θα κατορθώσει το παιδί να ξεπεράσει και να αντιστρέψει το πρόβλημα της προκατάληψης και της απόρριψης από τους συνομήλικους εξαρτάται από το συναισθηματικό, μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο του μόνου γονέα. Επομένως, η αποδοχή του παιδιού και η ένταξη του σε παρέα επηρεάζεται περισσότερο από κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες και λιγότερο από τη μορφή της οικογένειας αυτή καθεαυτή (Μπαμπάλης, 2005α).

Ο Γαλάνης (1995) τονίζει ότι η μείωση ή εξάλειψη του στιγματισμού και των διακρίσεων και η άρση της προκατάληψης της κοινής γνώμης σε βάρος των μονογονεϊκών οικογενειών μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση της.


2.1.2. Ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών


Ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται και βιώνουν το διαζύγιο των γονιών τους εξαρτάται από τα ατομικά τους χαρακτηριστικά - για παράδειγμα η ηλικία, η προσωπικότητα, η ιδιοσυγκρασία, η ικανότητα του παιδιού να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με επιτυχία, το φύλο, το στάδιο ανάπτυξης – τα οποία είτε κάνουν τα παιδιά πιο ευάλωτα και αυξάνουν το έντονο στρες που προκαλείται από τις μεταβολές της συζυγικής κατάστασης των γονιών τους είτε τα προστατεύουν και έχουν την ψυχολογική επάρκεια και αντοχή για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των μεταβολών αυτών. Αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχουν ποικίλες αντιδράσεις από μέρους των παιδιών, όπως θυμός, φόβος, κατάθλιψη, ενοχή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, μαθησιακά προβλήματα, ψυχοσωματικά προβλήματα και προβλήματα συμπεριφοράς (Χατζηχρήστου, 1999).

Ο Bloom και οι συνεργάτες του (1983) υποστηρίζουν ότι τα αγόρια έχουν περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς από τα κορίτσια, ενώ οι Santrock και Warshak (1979)υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα στην προσαρμογή υπάρχουν μόνο όταν ο επιμελητής γονέας είναι του αντίθετου φύλου από το παιδί. Οι Kalter και Rembar (1981) ισχυρίζονται πως τα αγόρια αντιδρούν αμέσως στο διαζύγιο με προβλήματα συμπεριφοράς στο σχολείο και αργότερα με επιθετικότητα προς τους γονείς και τα αδέλφια τους. Τα κορίτσια, αντιθέτως, δε δείχνουν άμεση αντίδραση τη στιγμή του χωρισμού, αλλά στην εφηβεία εκφράζουν επιθετικότητα προς τους γονείς και τους συνομήλικους τους και αρχίζουν να εμφανίζουν ακαδημαϊκά προβλήματα. Η Hetherington (1972) αναφέρει ότι τα κορίτσια των οποίων οι γονείς χώρισαν όταν αυτά είχαν ηλικία μικρότερη των πέντε ετών, παρουσιάζουν δυσκολίες στις ετερόφυλες σχέσεις και αρχίζουν να έχουν ερωτικές σχέσεις πρόωρα.

Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά είναι καλύτερα προσαρμοσμένα στη μονογονεϊκή οικογένεια με γονέα που έχει το ίδιο φύλο με αυτά (Santrock & Warshak, 1979; Santrock et al., 1982;Warshak & Santrock, 1980, 1983). Την άποψη αυτή ενισχύουν τα αποτελέσματα άλλων ερευνών που δείχνουν ότι έχουν καταγραφεί μεγαλύτερες συγκρούσεις μητέρων και γιων και περισσότερα προβλήματα προσαρμογής γιων σε μονογονεϊκές οικογένειες με μόνη μητέρα. Αυτό θεωρείται αναμενόμενο έως κάποιο βαθμό, καθώς το παιδί μπορεί να έχει έναν ενήλικο του ίδιου φύλου ως πρότυπο στην καθημερινή του ζωή, ενώ παράλληλα, ο μόνος γονέας μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τα ζητήματα που απασχολούν το παιδί του ιδίου με αυτόν φύλου. Επομένως, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα θετικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων του ιδίου φύλου στη μονογονεϊκή οικογένεια, χωρίς αυτό να αποτελεί κανόνα απαράβατο (Hetherington et al., 1979, 1982; Wallerstein & Kelly, 1980a).

Όσον αφορά την ηλικία και το βαθμό γνωστικής ανάπτυξης του παιδιού με τον οποίο μπορεί να αντιλαμβάνεται τα πραγματικά γεγονότα, έρευνες δείχνουν ότι τα μεγαλύτερα παιδιά προσαρμόζονται πιο εύκολα από τα μικρότερα, με τον Bloom και τους συνεργάτες του(1983) να υποστηρίζουν ότι τα μικρότερα παιδιά παρουσιάζουν προβλήματα συμπεριφοράς περισσότερο σε σχέση με τα μεγαλύτερα, τα οποία δείχνουν περισσότερη κατάθλιψη. ΟιKalter και Rembar (1981) ισχυρίζονται ότι η πιο ευάλωτη στιγμή για να βιώσει το χωρισμό το παιδί είναι μεταξύ τριών και πεντέμισι ετών, ενώ παράλληλα, ο Milne και οι συνεργάτες του (1986) ενισχύουν την παραπάνω διαπίστωση, υποστηρίζοντας ότι οι πιο ισχυρές επιδράσεις παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας.


2.1.3. Απουσία του ενός γονέα

Τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί τεράστια σημασία στο ρόλο του πατέρα και έρευνες αποδεικνύουν τον πρωταρχικό ρόλο που διαδραματίζει η πατρική φιγούρα στην ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Η αναφορά μόνο στην απουσία του πατέρα οφείλεται στο γεγονός ότι οι μονογονεϊκές οικογένειες με μόνο γονέα μητέρα είναι η πλειοψηφία, ιδιαίτερα στην περίπτωση του διαζυγίου. Έτσι, η συνηθέστερη περίπτωση είναι η μητέρα να αναγκάζεται να μεγαλώνει μόνη της τα παιδιά, καθώς ο πατέρας δεν αποτελεί πλέον μέρος του νοικοκυριού. Εξάλλου, στη μονογονεϊκή οικογένεια με μόνο γονέα πατέρα, σχεδόν πάντα, συμμετέχει στην ανατροφή του παιδιού μία «μητρική» παρουσία υποκατάστατο, εξαιτίας των πρακτικών ανατροφής των παιδιών (Κογκίδου, 1995).

Η επίδραση του απόντος γονέα στην οικογένεια εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα του και τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτή (Wallerstein & Kelly, 1980a, 1980b; Weiss, 1979c), καθώς και το βαθμό εμπλοκής του στην οικογένεια, προτού αυτή εισέλθει στην κατάσταση της μονογονεϊκότητας (Rosenthal & Keshet, 1981).Το διαζύγιο ακολουθείται από μία μεταβολή της σχέσης των παιδιών με το γονέα που δεν έχει την επιμέλεια ως προς τη χρονική διάρκεια της επαφής και την ποιότητα της σχέσης, όμως η σταθερότητα των σχέσεων αυτών, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, είναι σημαντική για τη μετέπειτα ψυχοκοινωνική του εξέλιξη (Bowlby, 1973).

Ο απών γονέας μπορεί να είναι ψυχολογικά παρών στην οικογένεια, ακόμη και όταν ως φυσική παρουσία είναι απών και είναι πολύ σημαντικό ότι πολλοί μόνοι γονείς αναφέρουν ότι επιθυμούν τα παιδιά τους να έχουν επαφή και καλή σχέση με τον απόντα γονέα, ανεξαρτήτως των δικών τους συναισθημάτων (Boss, 1980; Lopata, 1979). Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τα παιδιά των οποίων οι πατέρες είναι ψυχολογικά απόντες, δηλαδή είναι μακριά ή απρόσιτοι, υφίστανται σχεδόν τις ίδιες επιδράσεις με τα παιδιά των οποίων οι πατέρες είναι φυσικά απόντες (Hoffman, 1971).

Οι μπαμπάλης (2005α) και Χατζηχρήστου (1999) επισημαίνουν ότι για τις ψυχολογικές αντιδράσεις και συμπεριφορές των παιδιών από μονογονεϊκές οικογένειες δεν έχει τόση σημασία η φυσική απόσταση του ενός γονέα, όσο η ψυχολογική απόσταση, κάτι που συμβαίνει και στις διγονεϊκές οικογένειες. Σύγχρονες απόψεις τονίζουν τη σημασία της ποιότητας των συναισθηματικών σχέσεων που αναπτύσσει το παιδί με τους γονείς του, αλλά και με άτομα του άμεσου οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απουσία του ενός γονέα δεν είναι τόσο επιζήμια, όσο οι συγκρούσεις των γονέων στις διγονεϊκές οικογένειες, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι η απουσία ενός γονέα είναι γενικά επιζήμια, καθώς αλλάζει τον τρόπο λήψης αποφάσεων και μειώνει τη δυνατότητα του γονεϊκού ελέγχου στη συμπεριφορά του παιδιού, με αποτέλεσμα απλώς η απουσία του γονέα και όχι το χαμηλό εισόδημα ή τα συναισθηματικά προβλήματα του γονέα να αποτελεί την κύρια αιτία της λιγότερο ευνοϊκής θέσης του παιδιού που ζει σε μονογονεϊκή οικογένεια (Keith & Finlay, 1988). Άλλες έρευνες ενισχύουν την άποψη ότι ο γονέας που δε ζει στο ίδιο νοικοκυριόμε τα παιδιά του, μπορεί ακόμη να βρίσκεται μέσα στα όρια της οικογένειας, από την άποψη της αλληλεπίδρασης και πρόκειται για το γονέα που επισκέπτεται συχνά τα παιδιά του, βοηθάει τομόνο γονέα και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που αφορούν στα παιδιά (Earls & Siegel, 1980; Hetherington et al., 1976).

Η απουσία του πατέρα στη ζωή του παιδιού δεν αφήνει αδιάφορο το παιδί. Οποιαδήποτε απάντηση κι αν δώσουν οι μητέρες στα ποικίλα ερωτήματα που δημιουργούνται στο παιδί σχετικάμε την απουσία του - όπως «γιατί μας άφησε ο πατέρας;» ή «μήπως δεν ήθελε να γεννηθώ;» - είναι οδυνηρή.Η ψυχική επιβάρυνση είναι δεδομένη, ωστόσο, οι διαφοροποιήσεις υπάρχουν μόνο στο μέγεθος της επιβάρυνσης. Η μη ενασχόληση του Πατέρα με το βασικό κόσμο του παιδιού βιώνεται από το παιδί ως υποτίμηση του από τον πατέρα και ως απόρριψη της σπουδαίας και σημαντικής γι’ αυτό καθημερινότητας του. Αυτό, βεβαίως, δεν αναπληρώνεται με ενέργειες εντυπωσιασμού από τη μεριά του πατέρα, ο οποίος προσπαθεί, πολλές φορές, να καλύψει τις ενοχές που νιώθει για την απουσία του με ακριβά δώρα, ενώ αυτό που το παιδί αναζητάει είναι μία ουσιαστική επαφή μαζί του και όχι να αισθάνεται τον πατέρα του σαν «ένα ξένο με τον οποίον δεν έχει καμία σχέση», έτσι όπως τα ίδια τα παιδιά δηλώνουν όταν πια φθάσουν στο στάδιο της ενηλικίωσης (Γαλάνης, 1995).

Η απουσία του ενός γονέα – συνήθως του πατέρα στην περίπτωση του διαζυγίου – αποκλείει την ενσωμάτωση βασικών στοιχείων της ενηλικίωσης στην προσωπικότητα του παιδιού και θεωρείται συνυπεύθυνη για τη μετέπειτα μη ομαλή εξέλιξη του παιδιού. Η απουσία του πατέρα ευθύνεται για την ανολοκλήρωτη εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού, την ελλιπή κοινωνικοποίηση του, την ιδιαίτερη διαμόρφωση των σχέσεων του με το άλλο φύλο και την έλλειψη πειθαρχίας, η οποία επιφέρει δυσκολίες στην εύρυθμη λειτουργία της οικογένειας, αλλά και στην αποτελεσματική συναλλαγή του παιδιού με το περιβάλλον του(Γαλάνης, 1995;μπαμπάλης, 2005β).

Το αγόρι που μεγαλώνει σε μονογονεϊκή οικογένεια με τη μόνη μητέρα αντιμετωπίζει μεγαλύτερη δυσκολία στην ανάπτυξη του ρόλου του φύλου εξαιτίας της ελλιπούς αλληλεπίδρασης μεταξύ πατέρα και γιου και της έλλειψης αρσενικού προτύπου. Τα αγόρια που μεγαλώνουν χωρίς πατέρα έχουν λιγότερα αρσενικά στοιχεία στην προσωπικότητα τους(Biller & Bahm, 1971; Drake & Mc Dougall, 1977; Mc Cord et al., 1962; Santrock, 1970) ή αναπτύσσουν αντισταθμιστικά σε ακραίο βαθμό τα αρσενικά στοιχεία, που έχουν να κάνουνμε την άσχημη πλευρά της αρρενωπότητας και την επιθετικότητα (Healy et al., 1990; McCord et al., 1962). Η παρουσία ενός άλλου ανδρικού μοντέλου ως υποκατάστατο του απόντος πατέρα, όπως ένας μεγαλύτερος αδελφός, μπορεί να αναστείλει τις αρνητικές επιδράσεις της απουσίας του πατέρα (Santrock, 1970), αν και ο Biller (1968) υποστηρίζει ότι ο πατέρας είναι το ισχυρότερο ανδρικό μοντέλο.

Το κορίτσι που μεγαλώνει σε μονογονεϊκή οικογένεια με τη μόνη μητέρα και δεν έχει στενή Σχέση με τον πατέρα του, δυσκολεύεται στις σχέσεις του με το ανδρικό φύλο (Hetherington,1972), ενώ άλλες έρευνες αναφέρουν ότι το κορίτσι αρνείται τα θηλυκά στοιχεία της προσωπικότητας του (Jacobson & Ryder, 1969).Η απουσία του πατέρα δημιουργεί λιγότερα προβλήματα στο κορίτσι απ’ ότι στο αγόρι, επειδή το κορίτσι έχει στενή σχέση με μοντέλο του ίδιου με αυτό φύλου στην οικογένεια. Ωστόσο, τα παραπάνω προβλήματα μπορούν να προκληθούν σε αγόρια και κορίτσια με απόντα τον πατέρα και γίνονται, συνήθως, εμφανή κατά την είσοδο των παιδιών στην εφηβεία και κατά τη διάρκεια της(Hetherington, 1972; Munsch et al., 1995; Neighbors et al., 1992).

Ο απών πατέρας δυσχεραίνει τις επιδόσεις της μόνης μητέρας σε οικονομικό, φυσικό-σωματικό και συναισθηματικό επίπεδο. Η οικονομική διάσταση έγκειται στη μικρή, κατά κανόνα, διατροφή, η οποία δεν καταβάλλεται τακτικά και στις αρνητικές επιπτώσεις που έχει η αποκλειστική ενασχόληση με τα παιδιά στον επαγγελματικό τομέα της μόνης μητέρας, καθώς δεν την καθιστά σε ευνοϊκή θέση όσον αφορά την αύξηση της επίδοσης και κατ’ επέκταση του εισοδήματος της. Η φυσική-σωματική διάσταση αφορά την πολλαπλή επιβάρυνση που επωμίζεται η μόνη μητέρα και επιδρά αρνητικά στην ικανότητα της να αποδώσει το μέγιστο δυνατό και να νιώθει χαλαρή. Ο αμέτοχος πατέρας στη διαπαιδαγώγηση και ανατροφή των παιδιών στερεί με τη μη συμμετοχή του, όχι μόνο τον πατέρα, αλλά και τη μητέρα από τα παιδιά του. Η συναισθηματική διάσταση αφορά τη συνεχή υποστήριξη που πρέπει να λαμβάνει η μόνη μητέρα από τον απόντα πατέρα, καθώς η συναισθηματική επάρκεια της μητέρας και του παιδιού αλληλοσυνδέονται. Γι’ αυτό ο πατέρας που επιθυμεί να έχει ένα ψυχικά υγιές παιδί, πρέπει πρώτα να φροντίζει να έχει τη μητέρα του παιδιού του ψυχικά υγιή και ευχαριστημένη. Αυτό πρέπει να γίνεται επειδή πρώτον, το παιδί ταυτίζεται με την τύχη της μητέρας του και δεύτερον, η επιτυχής διευθέτηση των υποχρεώσεων της μητέρας σταθεροποιεί τη συναισθηματική κατάσταση του παιδιού (Γαλάνης, 1995).

Ο Brandwein και οι συνεργάτες του (1974) σημειώνουν ότι τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών υποφέρουν περισσότερο από μητρική παρά από πατρική αποστέρηση, γιατί οι μόνες μητέρες είναι αναγκασμένες να δίνουν μεγάλο μέρος της ενέργειας τους σε άλλες δραστηριότητες. Οι μητέρες αυτές έχουν λιγότερο διαθέσιμο χρόνο για το σπίτι, για τη φροντίδα των παιδιών και τις οικιακές εργασίες απ’ ότι οι μητέρες σε οικογένειες με δύο γονείς (Robinson, 1980). Ενώ οι έρευνες δείχνουν ότι οι πατέρες στις πυρηνικές οικογένειες δεν αφιερώνουν, γενικά, πολύ χρόνο στην ανατροφή των παιδιών, συνήθως βοηθούν τις μητέρες με διαφορετικό τρόπο, καθώς παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη και ενθάρρυνση, θέτουν τους κανόνες πειθαρχίας και λειτουργούν ως μοντέλα στα παιδιά τους(Hetherington, 1981).

Η απουσία του πατέρα μπορεί να επηρεάσει πολλούς τομείς. Η απώλεια εισοδήματος εξαιτίας της απουσίας του πατέρα δημιουργεί προβλήματα στη διαχείριση του νοικοκυριού και στην ανατροφή των παιδιών, με αποτέλεσμα η προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλει η μητέρα να είναι πάρα πολύ μεγάλη, χωρίς, ταυτόχρονα να έχει τη δυνατότητα για συναισθηματική στήριξη ή προσωρινή ανακούφιση από τον απόντα σύζυγο/πατέρα. Οι μόνες μητέρες, εξαιτίας των διαφορετικών συνθηκών ζωής μετά το διαζύγιο, διαθέτουν λιγότερο χρόνο και ενέργεια για τα παιδιά, γεγονός που συνδέεται και με τη μείωση της επίβλεψης, της πειθαρχίας και της βοήθειας προς τα παιδιά. Η απουσία του πατέρα μειώνει δραστικά το δυνητικό απόθεμα χρόνου και χρήματος που μπορεί να διατεθεί στο παιδί, ενώ παράλληλα το περιορισμένο εισόδημα μπορεί να επηρεάσει την εκπαιδευτική του επιτυχία εξαιτίας της έλλειψης οικονομικής στήριξης από τους γονείς και την πιθανή αναγκαστική είσοδο του στην αγορά εργασίας από πολύ νωρίς (McLanahan & Bumpass, 1988).

Η Χρηστέα (1989) αναφέρει ότι όσο στενές και να είναι οι σχέσεις του παιδιού με τον ένα γονέα, συνήθως τη μητέρα, αυτό δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για πλήρη οικογένεια. Έχει διαπιστωθεί ότι ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό παιδιών έχει μικρή επικοινωνία και επαφή με τον πατέρα και ότι η συχνότητα της επικοινωνίας και των επισκέψεων μειώνεται σημαντικά με την πάροδο του χρόνου (Amato, 1987; Furstenberg etal., 1983). Οι Lowerstein και Koopman (1978) βρήκαν ότι η συχνότητα της επαφής με τον απόντα γονέα έχει σχέση με τα επίπεδα αυτοεκτίμησης των αγοριών. Τα περισσότερα παιδιά δεν έχουν συχνή επαφή με το γονέα που δεν έχει την επιμέλεια, συνήθως τον πατέρα, ενώ ακόμα και όταν υπάρχει συχνή επαφή, περιορίζεται κυρίως σε ψυχαγωγικές δραστηριότητες (Furstenberg & Nord, 1985).

Πολλές έρευνες δείχνουν ότι παιδιά με παραβατική συμπεριφορά, συνήθως, προέρχονται από οικογένειες που απουσιάζει ο πατέρας (Bandura & Walters, 1959; Siegman, 1966;Stephens, 1961), ενώ άλλες αναφέρουν ότι η απουσία του πατέρα έχει αρνητική επίδραση στη σχολική επίδοση των παιδιών και στη γνωστική τους ικανότητα (Blanchard & Biller,1971; Bronfenbrenner, 1967; Santrock, 1972; Sutton-Smith et al., 1968). Ορισμένες έρευνες συνδέουν την πατρική παρουσία με μεγαλύτερη ευκολία στην απόκτηση ικανοποιητικών σχέσεων με τους συνομηλίκους (Mitchell & Wilson, 1967), στην ικανότητα προσαρμογής(Crumley & Blumenthal, 1973; Ellison, 1979) και στη μετέπειτα επιτυχία στις ετερόφυλες σχέσεις (Hetherington, 1972), παρουσιάζοντας τα αγόρια πιο ευάλωτα, σε όλα τα παραπάνω, σε σχέση με τα κορίτσια. Επιπλέον, η Κανελλοπούλου (1981) αναφέρει ότι τα ψυχολογικά προβλήματα που προκαλεί η έλλειψη του πατέρα, γίνονται οξύτερα για τα αγόρια και από το γεγονός ότι το προσωπικό των παιδικών σταθμών και των νηπιαγωγείων αποτελείται κυρίως από γυναίκες.

Είναι γεγονός ότι οι δύο γονείς σε ένα νοικοκυριό μπορούν να παρέχουν πολλαπλά πρότυπα ρόλων στα παιδιά τους, καθώς επίσης να συμμετέχουν και να αλληλοϋποστηρίζονται στη διαπαιδαγώγηση, την επίβλεψη, τη φροντίδα και την πειθαρχία των παιδιών. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η απουσία του πατέρα αποτελεί τον πλέον καθοριστικό παράγοντα στην ανάπτυξη των παιδιών και επομένως, τα παιδιά που έχουν επαφή και επικοινωνία με τον πατέρα μετά το χωρισμό θα έχουν καλύτερη προσαρμογή (Χατζηχρήστου, 1999).

Η απουσία του ενός γονέα έχει διαπιστωθεί ότι ευθύνεται για την εκδήλωση άγχους και έντασης από μέρους του παιδιού, την ελλιπή κοινωνικοποίηση του, την ανολοκλήρωτη εξέλιξη της προσωπικότητας του, την ιδιαίτερη διαμόρφωση των σχέσεων του με το άλλο φύλο και την απουσία του μέτρου εκείνου της πειθαρχίας που θεωρείται απαραίτητο, όχι μόνο για την εύρυθμη λειτουργία του οικογενειακού σχήματος, αλλά και για την αποτελεσματική συναλλαγή του ατόμου με το περιβάλλον του. Εντούτοις, η ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών των μονογονεϊκών οικογενειών δεν επηρεάζεται μόνο από τη σύνθεση της μονογονεϊκής οικογένειας – δηλαδή την απουσία του ενός γονέα – αυτή καθεαυτή, αλλά και από τη συμβολή της εκτεταμένης οικογένειας καθώς και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος στην από κατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας (Μπαμπάλης, 2005α).

Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονισθεί ότι τα αποτελέσματα όλων αυτών των ερευνών δεν μπορούν να είναι γενικεύσιμα σε όλα τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς την παρουσία του πατέρα. Παρ’ όλα αυτά, πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή της μονογονεϊκής οικογένειας παίζει η παρουσία του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια του παιδιού (Mendes, 1979;Morawetz & Walker, 1984).


2.1.4. Δυσμενής κοινωνικοοικονομική κατάσταση


Οι μονογονεϊκές οικογένειες έχουν, συνήθως, περιορισμένους οικονομικούς πόρους σε Σχέση με τις πυρηνικές οικογένειες, ενώ οι μονογονεϊκές οικογένειες με αρχηγό γυναίκα αντιμετωπίζουν πιεστικότατα οικονομικά προβλήματα. Επίσης, ο κίνδυνος παιδικής φτώχειας είναι διπλάσιος για τα παιδιά που ζουν σε οικογένειες με ένα γονέα απ’ ότι σε άλλα νοικοκυριά (Κογκίδου, 1995; Κυριακίδη, 1999;μουσούρου, 1989).

Σε διεθνή κλίμακα, οι οικογένειες με μόνες μητέρες είναι από τις μη προνομιούχες κοινωνικές ομάδες και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να ζήσουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της σημαντικής μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος στις μονογονεϊκές οικογένειες και των οικονομικών δυσκολιών που οι περισσότερες αντιμετωπίζουν μετά το χωρισμό των γονέων. Σε έρευνα στην οποία συλλέχθηκαν στοιχεία από τη μ. Βρετανία και την Αυστραλία, παρατηρήθηκε σημαντική περιθωριοποίηση στην αγορά εργασίας και αυξημένη συγκέντρωση κάτω από τη δημόσια στέγαση για τις μονογονεϊκές οικογένειες εξαιτίας των προσδοκιών της κοινωνίας για τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων και το διαχωρισμό των ευκαιριών όσον αφορά την απασχόληση των γυναικών (Winchester,
1990).

Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η γυναίκα αρχηγός της οικογένειας είναι η άμεση εξεύρεση εργασίας, καθώς η συζυγική ζωή ευνοεί ένα ορισμένο αριθμό γυναικών να μην εργάζεται και να μένει σπίτι για να ασχοληθεί με την ανατροφή των παιδιών και τις οικιακές εργασίες. Οι γυναίκες που εργάζονταν προτού περιέλθουν στην κατάσταση της αρχηγού της μονογονεϊκής οικογένειας, υποχρεώνονται να αλλάξουν εργασία ή να εργάζονται περισσότερες ώρες προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα ικανό εισόδημα για την κάλυψη των δικών τους αναγκών και των παιδιών τους. Παρ’ όλα αυτά, η εργασία Προσφέρει μία ηθική ικανοποίηση στην πλειονότητα των μόνων μητέρων και αποτελεί ένα αντιστάθμισμα στο αίσθημα της ανασφάλειας και της μοναξιάς, όσο κουραστική και να είναι (Κανελλοπούλου, 1981).

Οι μόνες μητέρες αναγκάζονται να δουλέψουν για πρώτη φορά ή να αυξήσουν τις ώρες εργασίας για την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσκολιών, με αποτέλεσμα να διαθέτουν λιγότερο χρόνο για τα παιδιά τους, ενώ παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι πολλά παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες, όταν φθάσουν στην εφηβική ηλικία, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το σχολείο νωρίς για να συνεισφέρουν οικονομικά στην οικογένεια τους(McLanahan & Bumpass, 1988).Η μεταβολή της οικονομικής κατάστασης στις μονογονεϊκές οικογένειες έχει πολλές φορές ως συνέπεια την αλλαγή κατοικίας και τη μετακόμιση σε πιο υποβαθμισμένε περιοχές, καθώς και την αλλαγή σχολείου για τα παιδιά, ενώ ταυτόχρονα, η κοινωνικοοικονομική θέση της οικογένειας συνδέεται με την ποιότητα της εκπαίδευσης των παιδιών, τη σχολική τους επίδοση και τη συ μ μετοχή τους σε εξωσχολικές δραστηριότητες (Χατζηχρήστου, 1999).

Σύμφωνα με τον Neyrand (1986), η σχολική επιτυχία ή αποτυχία των παιδιών από μονογονεϊκές οικογένειες σχετίζεται περισσότερο με την κοινωνικο-επαγγελματική θέση του μόνου γονέα, παρά με το γεγονός ότι είναι μόνος γονέας. Οι Wadsby και Sverin (1996),επίσης, καταλήγουν στη διαπίστωση ότι το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας φαίνεται να επηρεάζει περισσότερο τη σχολική επίδοση των παιδιών αυτών απ’ ότι το γεγονός του διαζυγίου αυτό καθαυτό.

Η Ferri (1976), βασιζόμενη σε έρευνες που έχουν γίνει για τη συναισθηματική και την κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών από μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο, επισημαίνει ότι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά των παιδιών αυτών και συνεπώς τα επίπεδα των σχέσεων τους με το ευρύτερο περιβάλλον, είναι το χαμηλό εισόδημα και η οικονομική δυσπραγία της μονογονεϊκής οικογένειας. Τον κυριότερο ρόλο στη δια μόρφωση της συμπεριφοράς και των σχέσεων του παιδιού από διαζευγμένους γονείς δεν τον διαδραματίζει το ίδιο το διαζύγιο, αλλά η φτώχεια της μονογονεϊκής οικογένειας, όταν και όποτε αυτή προκύπτει. Όταν η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας είναι καλή και ο γονέας έχει την ικανότητα να αντεπεξέρχεται στις δοκιμασίες που προκύπτουν, τότε η ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού μπορεί να επιτευχθεί με μεγαλύτερη ευκολία.

Εντούτοις, υπάρχουν στοιχεία άλλων ερευνών που καταδεικνύουν την εμφάνιση περισσότερων ψυχοκοινωνικών δυσκολιών στα παιδιά διαζευγμένων γονέων απ’ ότι στα παιδιά που ζουν και με τους δύο γονείς, ακόμη και όταν το εισόδημα και των δύο μορφών οικογένειας στατιστικά φαίνεται να είναι εξισωμένο (McLanahan & Bumpass, 1988).


2.1.5. Επιβαρη μένη ψυχολογική κατάσταση των γονέων


Ο μόνος γονέας συχνά χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος, ανασφάλεια, κατάθλιψη και υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες το παιδί να ενστερνιστεί αυτή τη στάση ζωής και να παρουσιάσει, και αυτό με τη σειρά του, τα συγκεκριμένα συμπτώματα στη συναναστροφή του με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Αυτό δυσκολεύει την επικοινωνία του παιδιού με το περιβάλλον και συνεπώς, δυσχεραίνεται η ψυχοκοινωνική προσαρμογή και κοινωνικοποίηση του (Emery, 1982).

Πολλοί γονείς, όταν βρεθούν μόνοι τους με τα παιδιά, δημιουργούν ένα ευρύ δίκτυο συγγενών, φίλων, συναδέλφων, γειτόνων και επομένως, τα παιδιά κάθε άλλο παρά απομονωμένα μεγαλώνουν, καθώς υπάρχουν πολλά ενήλικα άτομα στο περιβάλλον τους μετά οποία δημιουργούν σχέσεις και μπορούν να ταυτιστούν, ενώ συγχρόνως, δημιουργείται ένα ευχάριστο περιβάλλον. Αντίθετα, όμως, υπάρχουν άλλοι γονείς που απομονώνονται από τον κοινωνικό περίγυρο, κλείνονται στον εαυτό τους και δεν έχουν διάθεση να ζήσουν κάτι καινούριο ή να εμπιστευθούν κανέναν, μειώνοντας, με αυτό τον τρόπο, την ικανότητα τους στο γονεϊκό ρόλο. Το παιδί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ζει μία πολύ στενή σχέση με το μόνο γονέα χωρίς να υπάρχουν άλλα ενήλικα άτομα στο περιβάλλον του και αργότερα, δεν έχει την ευκαιρία να προχωρήσει με επιτυχία στη διαδικασία της αυτονόμησης του. Το παιδί ζει μ’ ένα γονέα που νιώθει μόνος, εγκαταλελειμμένος και δυστυχής και η μοναδική διέξοδος του γονέα είναι προς το παιδί με ότι επιπτώσεις έχει αυτό στην ψυχική συγκρότηση του παιδιού (Κογκίδου, 1995; Wallerstein & Kelly, 1974, 1980a).

Έχει διαπιστωθεί ότι οι αντικοινωνικές μορφές συμπεριφοράς, η κατάθλιψη και οι νευρωτικές διαταραχές των ενηλίκων, και ιδιαίτερα του μόνου γονέα, αυξάνουν τις πιθανότητες για αντικοινωνική συμπεριφορά του παιδιού και για κακές σχέσεις με τα άτομα του περιβάλλοντος του, καθώς και για αρνητικές εμπειρίες στη ζωή του (Hetherington,1989).


2.1.6. Λειτουργία της νέας οικογένειας


Η διαπίστωση που πλέον επικρατεί είναι ότι μονογονεϊκή οικογένεια δε σημαίνει απαραίτητα και δυσλειτουργία, τουλάχιστον σε σύγκριση με τις διγονεϊκές εκείνες οικογένειες που χαρακτηρίζονται από συνεχείς και έντονες συγκρούσεις, ακόμη και εχθρότητα μεταξύ των γονέων, ενώ οι Amato και Keith (1991a) υποστηρίζουν ότι οι συνεχείς έντονες συγκρούσεις και η εχθρότητα μεταξύ των γονέων πριν και μετά το διαζύγιο αποτελεί έναν από τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες που συνδέεται με τα προβλήματα προσαρμογής των παιδιών. Οι διενέξεις των γονέων δε σταματούν συνήθως μετά το χωρισμό, αλλά είναι δυνατόν να διατηρηθούν ή να αυξηθούν για πολλά χρόνια. Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί ότι πολλά από τα προβλήματα των παιδιών με χωρισμένους γονείς παρουσιάζονται συνήθως πολύ πριν το χωρισμό των γονέων (Emery, 1982).

Πολύ σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή του παιδιού διαδραματίζει η ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των γονέων μετά το διαζύγιο, αλλά και του παιδιού με τον απόντα γονέα(Hess & Camara, 1979; Hetherington et al., 1985; Hodges et al., 1983; Rutter, 1971;Wallerstein & Kelly, 1980a). Έχει υποστηριχθεί ότι οι οικογενειακές διαμάχες επηρεάζουν αρνητικά την ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού περισσότερο από το ίδιο το διαζύγιο ή την απουσία του πατέρα (Hetherington et al., 1979). Ο Nye (1957) βρήκε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά αντικοινωνικής συμπεριφοράς των παιδιών από πυρηνικές δυστυχισμένες οικογένειες σε σύγκριση με τα παιδιά που ο πατέρας τους ήταν απών.

Ο Φωτάκης (1971) αναφέρει ότι αίτιο του ψυχικού τραυματισμού του παιδιού δεν αποτελείτο διαζύγιο αυτό καθεαυτό, αλλά ο κλονισμός της σχέσης των γονέων που υπήρχε πριν από αυτό, ενώ ο Γαλάνης (1995) προσθέτει ότι από περιπτώσεις παιδιών με προβληματική συμπεριφορά φαίνεται ότι πίσω από τα προβλήματα των παιδιών βρίσκονται συνήθως κακές γονεϊκές σχέσεις. Πολλές έρευνες δείχνουν ότι η διαβίωση και η έκθεση κατά την παιδική και εφηβική ηλικία σε περιβάλλον με συνεχείς συγκρούσεις και εχθρότητα για μεγάλα χρονικά διαστήματα πριν και μετά το χωρισμό έχει μεγαλύτερη συσχέτιση με την εμφάνιση προβλημάτων στα παιδιά από ότι το ίδιο το γεγονός του διαζυγίου (Emery, 1982, 1988;Long et al., 1987). Σε μία ανασκόπηση 39 ερευνών βρέθηκε ότι οι διαμάχες μεταξύ των γονιών επιδρούν αρνητικά στις πρακτικές ανατροφής των παιδιών, ενώ σε ισχυρότερο βαθμό επηρεάζουν την επιβολή πειθαρχίας (Krishnakumar & Buehler, 2000). Ωστόσο, δεν αποκλείεται σε καμία περίπτωση, οι σχέσεις των μελών της οικογένειας να παρουσιάσουν σημαντική βελτίωση με το χωρισμό συγκριτικά με την περίοδο πριν το διαζύγιο (Wallerstein& Kelly, 1976).

Πολλές έρευνες έχουν ασχοληθεί με τους παράγοντες που ρυθμίζουν τη σχέση μεταξύ των εντάσεων και προβλημάτων του διαζυγίου και της προσαρμογής των παιδιών και έχει διαπιστωθεί ότι είναι καθοριστικοί και ουσιαστικοί για τη μετέπειτα ζωή των παιδιών, ενώ οι Rutter (1971), Hess και Camara (1979) βρήκαν ότι τα παιδιά που διατηρούν μία καλή σχέση και με τους δύο γονείς, έχουν λιγότερα προβλήματα προσαρμογής από αυτά που έχουν καλή σχέση μόνο με τον ένα γονέα. Στη διατήρηση καλών σχέσεων του παιδιού και με τους δύο γονείς του, σημαντικό ρόλο παίζει η εικόνα που δίνει ο γονέας με τον οποίο μένει το παιδί για τον απόντα γονέα, αλλά και το αντίστροφο. Για παράδειγμα, όταν ο μόνος γονέας φροντίζει να καλλιεργεί κλίμα ανταγωνιστικότητας, θλίψης και επιθετικότητας, αναμενόμενο είναι το παιδί να αποστασιοποιείται από τον απόντα γονέα(Κογκίδου, 1995;μπαμπάλης, 2005α).

Σε έρευνα των Wallerstein και Kelly (1975, 1976, 1980a), η επιδείνωση της ψυχολογικής κατάστασης των παιδιών ένα χρόνο μετά το χωρισμό συσχετίστηκε με τη συνέχιση των συγκρούσεων μεταξύ των γονέων που επηρέασε την ψυχολογική κατάσταση της μητέρας και την ικανότητα της να φροντίσει τα παιδιά, καθώς και με την έλλειψη επαρκούς επικοινωνίας. Η αυτοεκτίμηση ήταν σαφώς χαμηλότερη στα παιδιά που ανέφεραν υψηλά επίπεδα οικογενειακών προστριβών, γεγονός που αποδεικνύει ακόμη μια φορά ότι οι συγκρούσεις που βιώνουν τα παιδιά μέσα στην οικογένεια τους πριν και μετά το διαζύγιο επηρεάζουν βαθιά και ανεπανόρθωτα την προσαρμοστικότητα τους και όχι το γεγονός ότι ζουν με τον ένα γονέα.

Όταν η οικογένεια είναι δυσλειτουργική στο θέμα της διαπαιδαγώγησης του παιδιού, δηλαδή στο εσωτερικό της υφίσταται καταστάσεις όπως η έλλειψη ενδοοικογενειακής επικοινωνίας, η ύπαρξη διχονοιών και διενέξεων, η αδιαφορία των γονέων για τα προβλήματα και τους προβληματισμούς του παιδιού, η αυταρχική συμπεριφορά ή η υπερβολική προστασία, τότε η οικογένεια συμβάλλει στη δημιουργία συναισθηματικής ανεπάρκειας και υπανάπτυξης της προσωπικότητας του παιδιού, καθώς και στη σχολική του αποτυχία. Έτσι, η αρτιότητα της οικογένειας παύει σιγά σιγά να αποδίδεται στη μορφή της οικογένειας και εντοπίζεται στις επιμέρους ψυχοσυνθέσεις και αλληλεπιδράσεις των μελών της και του γενικότερου οικογενειακού κλίματος που επικρατεί (Μπαμπάλης, 2005β).

Αυτό επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα ορισμένων ερευνών, σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά που ζουν σε οικογένειες όπου οι γονείς τους παραμένουν παντρεμένοι, αλλά εκφράζουν συνεχείς έντονες συγκρούσεις και διαφωνίες, εμφανίζουν περισσότερα προβλήματα ψυχολογικής προσαρμογής και αυτοεκτίμησης από ότι τα παιδιά χωρισμένων γονέων (Amato & Keith, 1991a; Hetherington et al., 1978). Επομένως, μία παράμετρος δεν μπορεί από μόνη της να καθορίσει τις αντιδράσεις των παιδιών σ’ ένα ενδεχόμενο διαζύγιο και να επηρεάσει τη λειτουργικότητα της μονογονεϊκής οικογένειας (Μπαμπάλης, 2005α).


2.2. Βραχυπρόθεσμες ψυχοκοινωνικές επιδράσεις στα παιδιά


Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες επιπτώσεις που μπορούν να θεωρηθούν αναπόφευκτο αποτέλεσμα του χωρισμού των γονέων στα παιδιά. Έχει διαπιστωθεί ότι το διαζύγιο δε συνεπάγεται απαραίτητα αρνητικές ψυχολογικές επιδράσεις για τα παιδιά (Gardner, 1979).Κάθε αναφορά στο ρόλο που διαδραματίζει το διαζύγιο στη γενικότερη ανάπτυξη του παιδιού της χωρισμένης οικογένειας γίνεται με σεβασμό στη μοναδικότητα της κάθε περίπτωσης και δεν μπορούμε να οδηγηθούμε με σαφήνεια στην εξαγωγή γενικευμένων συμπερασμάτων μέσα από τις έρευνες που έχουν γίνει κατά καιρούς (Μπαμπάλης, 2005α).

Τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών αποτελούν μία ειδική κατηγορία, καθώς οι μονογονεϊκές οικογένειες βιώνουν ορισμένες κοινές καταστάσεις στην καθημερινότητα τους, όπως μεγαλύτερη απομόνωση, υπερφόρτωση ευθυνών, άνιση πρόσβαση σε οικονομικά και κοινωνικά αγαθά που είναι πιο προσιτά στις διγονεϊκές οικογένειες κλπ. Ωστόσο, τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών δεν αποτελούν μία ομοιογενή ομάδα και δεν αντανακλούν μία ενιαία πραγματικότητα, καθώς για παράδειγμα ένα παιδί μπορεί να ζει κυρίως με την οικογένεια καταγωγής του μόνου γονέα ή να μοιράζει το χρόνο του και στους δύο γονείς ή να μην έχει καμία επαφή με τον άλλον γονέα ή να παίρνει το ρόλο του προστάτη του μόνου γονέα ή να έχει να αντιμετωπίσει έντονες οικονομικές δυσκολίες κλπ(Κογκίδου, 1995).

Ο Roussel (1989) θεωρεί ότι υπάρχει στα παιδιά μία ομοιογενής κατηγορία, της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι οι γονείς τους είναι χωρισμένοι. Η ποικιλία των συγκρούσεων, η διάρκεια τους, η ένταση και η φύση τους, η διαφοροποίηση των στάσεων των γονέων, η φροντίδα, η παρουσία τους ή μη, η έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου, καθώς και η ζωή στα όρια της φτώχειας και τα προβλήματα επιβίωσης, δημιουργούν πολύ διαφορετικές καταστάσεις και επιδράσεις στα παιδιά, οι οποίες είναι δύσκολα συγκρίσιμες. Παρ’ όλα αυτά, τα παιδιά στο σύνολο τους συνήθως εκφράζουν έντονη άρνηση στο χωρισμό των γονέων τους και τρομάζουν για το δικό τους αβέβαιο μέλλον. Ελάχιστα παιδιά– συνήθως κατά την εφηβική ηλικία – επιθυμούν το χωρισμό και εκφράζουν ανακούφιση, κυρίως σε περιπτώσεις όπου ο γονέας που φεύγει, συνήθως ο πατέρας, εκδηλώνει βάναυση συμπεριφορά και κακοποιεί τα ίδια και τη μητέρα τους (Χατζηχρήστου, 1999).

Σε μία ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και ανάλυση 92 σχετικών ερευνών για την επίδραση του διαζυγίου στα παιδιά, οι Amato και Keith (1991a) διαπίστωσαν ότι τα παιδιά χωρισμένων γονιών είχαν μικρότερους δείκτες ψυχοκοινωνικής και σχολικής προσαρμογής σε σύγκριση με τους συνομήλικους τους που ζουν με τους δύο γονείς. Οι ερευνητές δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ηλικία και το αντίστοιχο στάδιο ανάπτυξης των παιδιών για τον καθορισμό των άμεσων και βραχυπρόθεσμων αντιδράσεων των παιδιών και την προσαρμογή τους στο χωρισμό των γονιών τους, καθώς τα παιδιά αντιλαμβάνονται διαφορετικά το διαζύγιο σε κάθε στάδιο ανάπτυξης τους και προσπαθούν με διαφορετικό τρόπο να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που επιφέρει αυτό, ενώ πολλές φορές δίνουν στα γεγονότα υπερβολικές και λανθασμένες ερμηνείες (Κογκίδου, 1995; Κυριακίδη, 1999;Χατζηχρήστου, 1999).

Η ανάπτυξη των παιδιών προσχολικής ηλικίας (0-6 ετών) βασίζεται στο δεσμό γονέα-παιδιού, γι’ αυτό και συσχετίζεται στενά με τη συναισθηματική κατάσταση και την ψυχολογική επάρκεια του γονέα που έχει την επιμέλεια και τη σταθερότητα του περιβάλλοντος. Έρευνες έχουν δείξει ότι η προσαρμογή των γονέων στο διαζύγιο είναι μία μακροχρόνια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει δύο χρόνια ή περισσότερο και έτσι, επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα των γονέων – και ιδιαίτερα για το γονέα που έχει την επιμέλεια – να φροντίσουν τα παιδιά και να επικοινωνήσουν μαζί τους. Επομένως, τα παιδιά σε αυτό το στάδιο είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στις άμεσες επιπτώσεις του διαζυγίου(Emery, 1988; Hetherington et al., 1982; Wallerstein & Kelly, 1980a).

Η αντίδραση των παιδιών της προσχολικής ηλικίας στο χωρισμό των γονέων εμφανίζεται συνήθως με ποικίλες συναισθηματικές αντιδράσεις και αλλαγές στη συμπεριφορά τους, οι οποίες στα αγόρια διαρκούν περισσότερο. Ο φόβος, το άγχος, η θλίψη και ο θυμός των παιδιών εκδηλώνονται συνήθως με διαταραχές ύπνου (εφιάλτες), παλινδρόμηση στον έλεγχο των σφιγκτήρων (ούρηση, αφόδευση, νυκτερινή ενούρηση), διαταραχές στο φαγητό(ανορεξία), εριστικότητα, επιθετικότητα, συχνό κλάμα, παράπονα, ανυπακοή, γκρίνια, δεσποτική συμπεριφορά, φοβίες εγκατάλειψης, ανασφάλεια, αισθήματα ενοχής και απορίας για την απώλεια του ενός γονέα, αυτοκατηγορίες, συναισθηματική εξάρτηση. (Hetheringtonet al., 1979; McDermott, 1968; Wallerstein & Kelly, 1975). Επιπλέον, τα παιδιά σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης σε έρευνα των Wallerstein και Kelly (1975) περιόρισαν το παιχνίδι και αρνήθηκαν επαφές με άλλα παιδιά, είχαν αυξημένη ανησυχία, κρίσεις νεύρων, υπερκινητικότητα, δυσθυμία, είχαν ανάγκη από σωματική επαφή και αναζητούσαν στοργή και υποστήριξη στην αγκαλιά των ενηλίκων. Τα συμπτώματα αυτά δεν αποτελούν πάντοτε ενδείξεις ότι έχει διαταραχθεί ο ψυχικός κόσμος του παιδιού, αλλά συνήθως έχουν παροδικό χαρακτήρα. Τα παιδιά 5-6 ετών μπορούσαν να εκφράσουν λεκτικά τη θλίψη τους, την αναζήτηση του γονέα που δεν ήταν παρών και την επιθυμία τους για επανασύνδεση της οικογένειας τους. Ήταν, ακόμη, ικανά να κρατήσουν κάποια συναισθηματική απόσταση από τους γονείς τους και να βρουν τη χαρά έξω από το σπίτι. Επιπλέον, υπήρχαν άλλα παιδιά που συμπεριφέρονταν εντελώς αντίθετα και έδειχναν ιδιαίτερη υποχωρητικότητα και συγκαταβατικότητα αμέσως μετά το διαζύγιο.
Η έλλειψη της γνωστικής ικανότητας που διακρίνει τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας προκαλεί σύγχυση σ’ αυτά και δυσκολεύονται να αντιληφθούν τη φαντασία από την πραγματικότητα. Επιπλέον, τα παιδιά εξαιτίας της έλλειψης πληροφόρησης και επεξηγήσεων από τους γονείς δημιουργούν τις δικές τους φανταστικές εξηγήσεις που περιλαμβάνουν αυτοκατηγορίες και αισθήματα ενοχής (Wallerstein & Kelly, 1975).

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας (7-11 ετών) έχουν την ικανότητα να ερμηνεύουν τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα των άλλων και του εαυτού τους, καθώς και τις αιτίες που σχετίζονται με το χωρισμό εξαιτίας της ανάπτυξης των γνωστικών τους ικανοτήτων. Οι αντιδράσεις των παιδιών σ’ αυτό το στάδιο ανάπτυξης χαρακτηρίζονται από κατάθλιψη, λύπη για την απουσία του πατέρα, απόσυρση, φόβο για το αβέβαιο τους μέλλον, άρνηση και αποφυγή των σκέψεων για το διαζύγιο, άγχος για την ασταθή οικογενειακή τους κατάσταση, θυμό που συχνά στρέφεται στο γονέα που πιστεύουν ότι προκάλεσε το διαζύγιο, οργή, μοναξιά, φαντασιώσεις για προσωπική ευθύνη, φαντασιώσεις για συμφιλίωση των γονιών τους, επιθυμία για συχνότερη επικοινωνία με τον πατέρα τους, αλλαγές στη συμπεριφορά στο σχολείο, μείωση της σχολικής επίδοσης, δυσκολίες στις σχέσεις τους με τους συνομήλικους, επιθετικότητα, συνεχή κίνηση και ενασχόληση με νέες δραστηριότητες για να ξεπεράσουν τα συναισθήματα αδυναμίας, αισθήματα απώλειας, ταπείνωσης και απόρριψης εξαιτίας της φυγής του πατέρα, αναζήτηση των αιτιών και επεξηγήσεων για το διαζύγιο, ντροπή για τη διάλυση της οικογένειας τους, για τους γονείς τους, για τη συμπεριφορά τους με αποτέλεσμα να κλείνονται στον εαυτό τους, εσωστρέφεια, τάσεις απομόνωσης, σύγχυση και αστάθεια στην αντίληψη τους για τον εαυτό τους, εκδηλώσεις θρήνου σε σημείο που να μην είναι σε θέση να λειτουργούν αυτόνομα, ανησυχίες για τυχόν φτώχεια και παραμέληση των αναγκών τους αλλά και για τους συναισθηματικά προβληματικούς γονείς τους, επιδοκιμασία των ενηλίκων με διαπληκτισμούς, απαιτήσεις και αυταρχικές συμπεριφορές, καθώς και εσωτερικές συγκρούσεις για την τοποθέτηση τους υπέρ του ενός ή του άλλου γονέα. Τις περισσότερες φορές, οι ίδιοι οι γονείς απαιτούν από τα παιδιά τους να πάρουν θέση, ενώ αυτά προσπαθούν να παραμείνουν αφοσιωμένα και στους δύο γονείς (Allison &Furstenberg, 1989; Brady et al., 1986; Brown, 1980; Guidubaldi et al., 1983; Parish &Dostal, 1980; Wallerstein & Kelly, 1976, 1980a). Στην έρευνα των Wallerstein και Kelly(1980a), ορισμένα παιδιά σχολικής ηλικίας ανέφεραν ποικίλα σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους και πόνους στο στομάχι, που συνδέονταν με τις συγκρούσεις των γονιών τους.

Ο Tooley (1976) αναφέρει ότι οι γονεϊκές διαμάχες που καταλήγουν στην αποχώρηση του πατέρα από την οικογένεια αποτελεί ένα γεγονός γεμάτο ένταση που προκαλεί αναστάτωση και άγχος στα αγόρια, τα οποία είχε μελετήσει. Αισθάνονται ευάλωτα καθώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο ως εχθρικό και χρησιμοποιούν την επιθετική συμπεριφορά τους ως ένα μηχανισμό άμυνας στην προσπάθεια τους να ελέγξουν το απρόβλεπτο περιβάλλον στο οποίο ζουν και τα αισθήματα ανασφάλειας τους. Τα προβλήματα της μητέρας μετά το χωρισμό δυσχεραίνουν τον έλεγχο στα παιδιά με αποτέλεσμα αυτά με τη σειρά τους να εξακολουθούν να εκδηλώνουν μία τέτοια συμπεριφορά έχοντας ανάγκη να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.

Ο McDermott (1968) υποστηρίζει ότι η εξωτερίκευση του θυμού, και ιδιαίτερα των αγοριών, στο σχολικό περιβάλλον με ποικίλες μορφές επιθετικότητας, αντίδρασης και απειθαρχίας, διευκόλυνε τα παιδιά να επανακτήσουν την ισορροπία τους σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Σε μία συγκριτική μελέτη μεταξύ παιδιών χωρισμένων γονέων και παιδιών που ζούσαν με τους δύο γονείς, βρέθηκε ότι τα παιδιά των διαζευγμένων γονέων ήταν περισσότερο απείθαρχα και λιγότερο δημοφιλή στους συμμαθητές τους σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δασκάλων τους. Είχαν, επίσης, χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ νοητικής ικανότητας και σχολικής επίδοσης, καθώς και περισσότερες πιθανότητες να μείνουν στην ίδια τάξη (Guidubaldi et al., 1983). Ο μπαμπάλης (2005α) αναφέρει ότι εξαιτίας της απώλειας του ενός γονέα, τα παιδιά συχνά αισθάνονται ότι ο χώρος του σχολείου είναι πιο ασφαλής για να εκδηλώσουν τα συναισθήματα τους και πολλές φορές μεταθέτουν το θυμό και την οργή τους στα άτομα του σχολικού περιβάλλοντος, που μπορεί να είναι συμμαθητές, φίλοι ή εκπαιδευτικοί, γεγονός που συχνά καθορίζει την ποιότητα και των μετέπειτα διαπροσωπικών τους σχέσεων.

Σε έρευνα της McLanahan (1985) βρέθηκε ότι νεαροί δεκαεπτά ετών από μονογονεϊκές οικογένειες είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να παρατήσουν το σχολείο, να έχουν χαμηλότερους βαθμούς και να παρουσιάζουν λιγότερη συμμετοχή στο σχολείο, ενώ παράλληλα, ήταν περισσότερο πιθανό η προσοχή τους να διασπάται πιο εύκολα και να έχουν μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης στην τάξη σε σχέση με τους νέους που έμεναν με δύο γονείς. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εκπαιδευτικών και των γονέων, τα αγόρια, ιδιαίτερα, που ζουν σε μονογονεϊκές οικογένειες, εκδηλώνουν συχνότερα επιθετική συμπεριφορά, δέχονται λιγότερο την κριτική, έχουν χαμηλότερη απόδοση στο σχολείο και εμπλέκονται περισσότερο σε φασαρίες στο σχολικό περιβάλλον σε σύγκριση με τα παιδιά που ζουν με τους δύο γονείς (Hess & Camara, 1979; Santrock, 1975; Shinn, 1978;Wallerstein & Kelly, 1980a).

Σε μία άλλη έρευνα βρέθηκε ότι τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες έχουν διπλάσιες πιθανότητες να παρατήσουν το σχολείο από τα παιδιά που μένουν με τους δύο γονείς και σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το οικογενειακό εισόδημα ευθύνεται κατά το ήμισυ των παραγόντων που επεξηγούν την ακαδημαϊκή επίδοση των παιδιών (McLanahan & Sandefur, 1994).Ωστόσο, η επίδραση του εισοδήματος της οικογένειας στις ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών είναι εντονότερη στις οικογένειες με χαμηλό εισόδημα, όπως τις μονογονεϊκές οικογένειες με αρχηγό τη μητέρα, καθώς έρευνες συνεχώς δείχνουν ότι αυτές οι οικογένειες βρίσκονται στον πυθμένα της κατανομής εισοδήματος, ενώ οι οικογένειες με δύο γονείς βρίσκονται στην κορυφή (Casper & Bianchi, 2002; Smith et al., 1997). Αυτό οφείλεται σε ένα αριθμό παραγόντων. Οι γονείς από νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα έχουν μικρότερη πρόσβαση στις πηγές μόρφωσης, καθώς έχουν μειωμένη δυνατότητα να αγοράσουν υλικά αγαθά απαραίτητα για τη μόρφωση, όπως ηλεκτρονικοί υπολογιστές, και να πληρώσουν εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως θερινές κατασκηνώσεις, οι οποίες δρουν θετικά στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα των παιδιών (Entwisle & Alexander, 1995).

Σύμφωνα με την έρευνα του Mulkey και των συνεργατών του (1992), οι μόνες μητέρες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να έχουν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο σε σχέση με τις οικογένειες με δύο γονείς. Οι μητέρες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο έχουν την τάση να εμπλέκονται λιγότερο στις σχολικές εργασίες των παιδιών τους και να εμπιστεύονται περισσότερο τους δασκάλους για την ορθή αξιολόγηση των παιδιών τους. Στην έρευνα αυτή βρέθηκε ότι το μορφωτικό επίπεδο των γονιών παίζει ρόλο στην επίδοση των παιδιών, ενώ η μειωμένη σχολική επίδοση των μαθητών από οικογένειες με ένα γονέα μπορεί να βελτιωθεί με την άσκηση γονεϊκού ελέγχου στη συμπεριφορά των παιδιών αυτών, όπως η αργοπορία ή η απουσία στο σχολείο, το γεγονός ότι δεν κάνουν τις σχολικές τους εργασίες κλπ. Οι ερευνητές θεωρούν ότι οι δυσκολίες είναι περισσότερο συναισθηματικές παρά γνωστικές και αποδίδονται λιγότερο στην έλλειψη εκπαιδευτικών πηγών και περισσότερο στη δυσκολία χειρισμού της συμπεριφοράς των παιδιών από το μόνο γονέα. Ο Neyrand(1990) υποστηρίζει ότι η σχολική αποτυχία των παιδιών των μονογονεϊκών οικογενειών σχετίζεται περισσότερο με την κοινωνικοεπαγγελματική θέση του μόνου γονέα απ’ ότι με το γεγονός ότι είναι μόνος γονέας.

Οι McLanahan και Sandefur (1994) βρήκαν ότι οι μητέρες των τυπικών οικογενειών βοηθούν τα παιδιά τους πιο συχνά στις σχολικές εργασίες. Οι μόνες μητέρες είναι λιγότερο πιθανό να κάθονται στα γεύματα με τα παιδιά τους ή να συζητάνε για διάφορα θέματα μαζί τους σε σχέση με τις μητέρες από τυπικές οικογένειες. Επομένως, οι μόνες μητέρες επιδεικνύουν χαμηλότερα επίπεδα εμπλοκής στο σπίτι με τα παιδιά τους και τα παιδιά ξοδεύουν λιγότερο χρόνο με τη μητέρα τους από τα παιδιά που μένουν με δύο γονείς. ΟιKendig και Bianchi (2008) επισημαίνουν ότι οι μόνες μητέρες αφιερώνουν λιγότερο χρόνο στα παιδιά τους σε σχέση με τις παντρεμένες μητέρες, όχι επειδή διακατέχονται σε μικρότερο βαθμό από το αίσθημα της μητρότητας, αλλά εξαιτίας της μειονεκτικής κοινωνικής τους θέσης. Σε έρευνα των Astone και McLanahan (1991), βρέθηκε ότι τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες λαμβάνουν λιγότερη ενθάρρυνση και βοήθεια για τις σχολικές τους εργασίες κατά τη διάρκεια της εφηβείας σε σχέση με τα παιδιά που μένουν και με τους δύο γονείς, ενώ η ανάμειξη των γονιών έχει θετική επίδραση στις σχολικές επιδόσεις των παιδιών.

Αποτελέσματα πολλών ερευνών έχουν επισημάνει ότι η χαμηλότερη επίδοση των παιδιών χωρισμένων γονέων δεν οφείλεται στην αρνητική επίδραση που έχει το διαζύγιο στην οητική ικανότητα και τη γνωστική τους ανάπτυξη, αλλά ότι η απείθαρχη συμπεριφορά τους στην τάξη και η ενασχόληση τους με θέματα του διαζυγίου εμποδίζουν τη συγκέντρωση τους στα μαθήματα. Επιπλέον, οι μειωμένες προσδοκίες των γονέων, αλλά και των εκπαιδευτικών εξαιτίας των στερεοτύπων που έχουν για τα παιδιά χωρισμένων γονιών, παρεμποδίζουν την επίτευξη μίας καλής επίδοσης στα μαθήματα, ενώ μειώνεται η πίστη στον εαυτό τους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση των παιδιών στο σχολείο έχει συσχετιστεί με τις αντιλήψεις τους ότι ζουν σε ένα δυστυχισμένο οικογενειακό περιβάλλον γεμάτο από συγκρούσεις. Οι δυσκολίες προσαρμογής των παιδιών στο σχολείο έχουν συσχετιστεί με έλλειψη πληροφόρησης από τους γονείς, επικοινωνίας και συζήτησης μαζί τους, καθώς και κατανόησης από τα παιδιά των αιτιών του διαζυγίου των γονιών τους. Οι αποκλίσεις στη σχολική επίδοση ανάμεσα στα παιδιά των χωρισμένων και μη οικογενειών οφείλονται στην ελλιπή προσαρμοστικότητα που επιδεικνύουν πολλά παιδιά στη νέα κατάσταση της μονογονεϊκότητας (Berg & Kelly, 1979; Hetherington et al., 1981; Jacobson, 1978a;Raschke & Raschke, 1979; Shinn, 1978; Wallerstein & Kelly, 1980a).

Τα παιδιά εφηβικής ηλικίας (12-17 ετών) βρίσκονται σ’ ένα κρίσιμο στάδιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές στο σωματικό, γνωστικό, κοινωνικό και συναισθηματικό τομέα ανάπτυξης τους. Οι έφηβοι έχουν τη γνωστική ικανότητα για να κατανοήσουν πλήρως τους λόγους του διαζυγίου των γονιών τους, όμως το διαζύγιο είναι ιδιαίτερα οδυνηρό γι’ αυτούς, καθώς χρειάζεται να αντιμετωπίσουν τις δικές τους αλλαγές σε όλους τους τομείς της ανάπτυξης τους, ενώ συγχρόνως, έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν επιπρόσθετες αλλαγές που είναι αποτέλεσμα του χωρισμού των γονιών τους. Οι έφηβοι βρίσκονται σε μία διαδικασία σχηματισμού της ταυτότητας τους και καθώς αναζητούν την αυτονομία τους, χρειάζονται τη σταθερότητα της συναισθηματικής υποστήριξης, τη φροντίδα, την κατανόηση και καθοδήγηση των γονέων τους. Ο χωρισμός των γονέων έχει συσχετιστεί με δυσκολίες στη διαμόρφωση της ταυτότητας των εφήβων, της αίσθησης του ποιοι είναι και τι θα γίνονταν στο μέλλον, στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, καθώς επίσης και με συναισθήματα θλίψης, ντροπής και αμηχανίας, επιθετικές μορφές συμπεριφοράς στο σπίτι και στο σχολείο, αύξηση απουσιών στο σχολείο, δυσκολίες συγκέντρωσης, συμπτώματα κατάθλιψης και σωματικές ενοχλήσεις, αντικοινωνικές μορφές συμπεριφοράς, ανησυχία για το μέλλον, μείωση της σχολικής επίδοσης, έλλειψη εμπιστοσύνης, αισθήματα μοναξιάς και αδυναμίας, εσωτερικές συγκρούσεις και άγχος για την υποστήριξη προς τον ένα ή τον άλλο γονέα, καθώς και συγκρούσεις με εξωτερικευμένες μορφές συμπεριφοράς όταν δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν την ερωτική ζωή των γονιών τους (Buchanan et al.,1991; Frost & Pakiz, 1990; Long et al., 1987; Wallerstein & Kelly, 1980a).

Πολλές φορές τα παιδιά εφηβικής ηλικίας αισθάνονται παραγκωνισμένα, καθώς δε λαμβάνεται υπόψη η γνώμη τους στις σοβαρές οικογενειακές αποφάσεις, απέχουν πλήρως από την οικογενειακή ζωή και απορροφώνται σε άλλες σχέσεις, ενώ είναι πιθανό να εμφανίσουν ανησυχίες για τις άλλες σχέσεις τους, για το σεξ και για το γάμο (Herbert, 1997).
Επιπλέον, μπορεί να χαρακτηριστούν από εκρήξεις επιθετικότητας και περιφρόνησης όλων των φορέων εξουσίας, είτε πρόκειται για τους δασκάλους και το διευθυντή του σχολείου, είτε πρόκειται για το μόνο γονέα και τα ενήλικα άτομα του οικογενειακού του περιβάλλοντος, καθώς αδιαφορούν για κάθε συμβουλή που τους δίνεται και αντιδρούν με εμμονή στις κριτικές που δέχονται από μεγαλύτερα άτομα. Πρόκειται για μία συνεχή άρνηση να αποδεχτούν τα άτομα αυτά ως πρότυπα ωριμότητας και σκέψης(Μπαμπάλης, 2005α).

Ο χωρισμός των γονέων ωθεί τα παιδιά να επανεκτιμήσουν τη σχέση τους με τους γονείς τους και να θέσουν υπό αμφισβήτηση όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Ειδικότερα τα μικρά παιδιά κάνουν την οδυνηρή διαπίστωση ότι οι κοινωνικές σχέσεις δε διαρκούν για πάντα και αισθάνονται θλιμμένα και τρομαγμένα καθώς εάν η μητέρα και ο πατέρας μπορούν να δώσουν τέλος στο γάμο τους, τότε το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στη δική τους σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα (Herbert, 1997).
Τα παιδιά συνήθως διαισθάνονται τα συναισθήματα των γονιών τους και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουν ότι οι γονείς τους νιώθουν ένοχοι που χώρισαν. Το επικίνδυνο σημείο είναι όταν το παιδί προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τις ενοχές των γονιών του, για παράδειγμα με τη μορφή μιας υπερευαισθησίας. Όταν οι χωρισμένοι γονείς ανταποκριθούν σ’ αυτή την υπερευαισθησία, αρχίζοντας να αγοράζουν δώρα και να κάνουν χατίρια που συνήθως δεν έκαναν, διδάσκουν το παιδί άθελα τους να γίνει ένας μικρός δικτάτορας, ο οποίος εκμεταλλεύεται τις ενοχές τους για να πετυχαίνει αυτά που θέλει (Πιντέρης, 2000).

Ένα βασικό χαρακτηριστικό που διακρίνεται εντονότερα στα παιδιά με τον χωρισμό των γονέων τους είναι ο θυμός, ο οποίος στρέφεται εναντίον των γονέων. Πολλά παιδιά γίνονται απρόσιτα και δε δείχνουν καμία προθυμία να μιλήσουν για τα αισθήματα τους, ενώ πίσω από τη φαινομενική τους αδιαφορία υποκρύπτεται ο θυμός. Άλλα παιδιά διακατέχονται από σοβαρές φοβίες που αφορούν στην πιθανότητα εγκατάλειψης τους από πρόσωπα που αγαπάνε με αποτέλεσμα να προτιμούν τη μοναξιά από την πιθανότητα εγκατάλειψης τους από τα άτομα με τα οποία αναπτύσσουν δεσμούς είτε στο φιλικό είτε στο σχολικό είτε στο ευρύτερο οικογενειακό τους περιβάλλον (Herbert, 1997).

Σε -μία έρευνα που διεξάχθηκε σε δεκαοχτώ βιομηχανικές χώρες – τη μ. Βρετανία, την Αυστραλία, την Αυστρία, το Βέλγιο, τον Καναδά, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Σουηδία και τις Η.Π.Α. –με σκοπό τη μέτρηση της ικανότητας ανάγνωσης μεταξύ δεκαπεντάχρονων μαθητών με δύο γονείς και με μητέρα μονογονέα, τα αποτελέσματα έδειξαν μία γενική εικόνα χαμηλότερης επίδοσης στα τεστ ανάγνωσης για τα παιδιά που μένουν με τη μόνη μητέρα από τα παιδιά που μένουν με τους δύο γονείς. Στην ίδια έρευνα, οι μαθητές που διαμένουν με τους δύο γονείς έχουν τουλάχιστον έναν γονέα με
Υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο σε σχέση με τις οικογένειες με μόνη μητέρα, έχουν περισσότερα βιβλία στο σπίτι και απολαμβάνουν καλύτερες δουλειές σε σχέση με τους μαθητές που διαμένουν με τη μόνη μητέρα. Οι μαθητές των τυπικών οικογενειών έχουν αυξημένους οικονομικούς πόρους και μεγαλύτερη γονεϊκή εμπλοκή στην καθημερινότητα τους, τα οποία μειώνουν σημαντικά τον ακαδημαϊκό κίνδυνο (Hampden-Thompson, 2009).

Ωστόσο, στη συγκεκριμένη έρευνα, παρατηρήθηκε ότι στην Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία δε δημιουργήθηκε χάσμα στην επιτυχία των μαθητών στην ανάγνωση μεταξύ των δύο μορφών οικογένειας, ενώ παράλληλα, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στους οικονομικούς πόρους των οικογενειών. Η ερευνήτρια αποδίδει τρεις πιθανές επεξηγήσεις στα παραπάνω αποτελέσματα: α) Το πολιτικό περιβάλλον ενθαρρύνει το σύζυγο να δουλεύει και τη σύζυγο να μένει στο σπίτι και να φροντίζει τα παιδιά, β) Οι οικογένειες των μεσογειακών χωρών φημίζονται για την ενότητα τους και την ευθύνη τους για την ευημερία των μελών της οικογένειας. Επομένως, είναι φυσιολογικό πολλές γενιές της οικογένειας να διαμένουν μαζί και να δημιουργείται ένα ισχυρό δίκτυο υποστήριξης, που ένα μέρος πιθανό να αφορά την οικονομική υποστήριξη ή τη βοήθεια στο μεγάλωμα του παιδιού. Αυτό μπορεί να βοηθήσει εξαιρετικά τη μόνη μητέρα και να δικαιολογήσει το γεγονός ότι τα παιδιά που μένουν σε τέτοια νοικοκυριά δε μειονεκτούν οικονομικά ή ακαδημαϊκά(Hampden-Thompson, 2009), γ) Ο πολύ μικρός αριθμός μονογονεϊκών οικογενειών στις νοτιοευρωπαϊκές χώρες μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καλύτερη προστασία τους από την οικογένεια και την πολιτεία σε σχέση με τις χώρες που έχουν αυξημένο ποσοστό μόνων μητέρων. Η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό οικογενειών με μόνη μητέρα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες δεκαεφτά χώρες και πολλές μόνες μητέρες είναι διαζευγμένες, οι οποίες βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τις ανύπαντρες μητέρες που είναι ελάχιστες (Hampden-Thompson, 2009; Pong et al., 2003).

Αντιθέτως, σε μία έρευνα της Cherlin και των συνεργατών της (1991) χρησιμοποιήθηκαν ως δείγμα παιδιά που ζούσαν σε μη χωρισμένες οικογένειες, ενώ μετά από πέντε χρόνια πολλές από αυτές έφτασαν σε χωρισμό. Τα παιδιά αυτών των οικογενειών παρουσίαζαν χαμηλές σχολικές  επιδόσεις και προβλήματα συμπεριφοράς, όμως διαπιστώθηκε ότι είχαν ήδη παρουσιάσει τα συγκεκριμένα προβλήματα προτού χωρίσουν οι γονείς τους. Επομένως, προϋπήρχαν ενδείξεις, οι οποίες, όμως, δεν είχαν γίνει αντιληπτές από τους ενηλίκους. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αν λάβει κανείς υπόψη του τις δυσκολίες προσαρμογής που προϋπήρχαν του χωρισμού, τότε το διαζύγιο και ο χωρισμός δε φαίνονται να επιδρούν ιδιαίτερα επαυξητικά στον τομέα αυτό και επομένως, η σχολική συμπεριφορά των παιδιών δεν επηρεάζεται καταλυτικά από το διαζύγιο αυτό καθεαυτό, αλλά από τις δυσμενείς οικογενειακές συνθήκες που προηγούνται αυτού.

Η Oger (1993) αναφέρει ότι οι ερευνητές μπορεί να επικεντρώνουν την προσοχή τους στην ερμηνεία των φαινομένων που έπονται του διαζυγίου, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις τον μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης των παιδιών παίζουν τα γεγονότα που προηγούνται αυτού. Πολλές φορές οι χωρισμένοι γονείς αποδίδουν στο διαζύγιο όλα τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα παιδιά επειδή αυτή η κατάσταση τους αποφορτίζει και τους αποστασιοποιεί από την αληθινή αιτία του προβλήματος.

Έρευνες υποστηρίζουν ότι οι έφηβοι μονογονεϊκών οικογενειών έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εκδηλώσουν παραβατική συμπεριφορά – δηλαδή κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ, απουσίες και διακοπή από το σχολείο, φυγή από το σπίτι – σε σχέση με τους συνομήλικους τους που ζουν και με τους δύο γονείς (Dornbusch et al., 1985; Frost & Pakiz,1990; Kalter et al., 1985). Τα προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών των μονογονεϊκών οικογενειών στο σχολείο μπορούν να αποδοθούν στην ανάγκη έκφρασης επαναστατικής συμπεριφοράς ή στη διάσπαση της προσοχής, εξαιτίας της αυξημένης ανάγκης τους για διαπροσωπική επικοινωνία, ιδιαίτερα με τους συνομήλικους τους, ή μπορούν να αποδοθούν στη μικρότερη δυνατότητα ελέγχου από το μόνο γονέα (Mulkey et al., 1992).

Σύμφωνα με τον Dornbusch και τους συνεργάτες του (1985), αυτό οφείλεται στην τάση των παιδιών αυτών των οικογενειών να παίρνουν αποφάσεις ανεξάρτητα από τη γνώμη του γονέα, ενώ παράλληλα, η παρουσία ενός άλλου ενήλικα – όπως του παππού, του θείου, του φίλου – σε οικογένειες όπου οι μητέρες είχαν την επιμέλεια, έδειξε ότι υπήρχε μεγαλύτερη άσκηση ελέγχου της συμπεριφοράς των εφήβων και μείωση της παραβατικότητας. Σοβαρό αίτιο αντικοινωνικής συμπεριφοράς είναι ο γονεϊκός έλεγχος που απουσιάζει ή είναι ανεπαρκής. Επιπλέον, οι ερευνητές αυτής της έρευνας ισχυρίζονται ότι η χαμηλότερη σχολική επίδοση των εφήβων αυτών, πιθανόν να συσχετίζεται με τις συχνές απουσίες στο σχολείο και με τη μικρότερη άσκηση ελέγχου και φροντίδας για το σχολείο από τους γονείς, ενώ παράλληλα, ο Mulkey και οι συνεργάτες του (1992) θεωρούν ότι η εγκατάλειψη του σχολείου οφείλεται κυρίως στη χαμηλή επίδοση και εκπαιδευτική αποτυχία αυτών των παιδιών.

Σε έρευνα της Hampden-Thompson (2009) βρέθηκε ότι τα παιδιά από οικογένειες με ένα γονέα έχουν χαμηλότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις και η μετάβαση τους στην αγορά εργασίας γίνεται νωρίτερα σε σύγκριση με τα παιδιά που μένουν με τους δύο γονείς τους. Τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών δουλεύουν πολύ συχνότερα σε ευκαιριακές δουλειές από τα παιδιά των διγονεϊκών οικογενειών, ακόμα και παράλληλα με το σχολείο, ή αναλαμβάνουν περισσότερες οικιακές ευθύνες στο σπίτι, φροντίζοντας παράλληλα τα μικρότερα αδέρφια τους και αυτή η αυξημένη ανάληψη ευθυνών προκαλεί έντονη πίεση στα παιδιά καθώς και αιτία της απομάκρυνσης τους από το σχολείο και από άλλες δραστηριότητες.

Πολλές έρευνες δείχνουν ότι οι νέοι που μεγαλώνουν σε οικογένειες χωρίς τους δύο βιολογικούς γονείς – δηλαδή οικογένειες στις οποίες οι δύο γονείς υιοθετούν παιδιά ή οικογένειες με ένα βιολογικό γονιό και το σύντροφο του/της με τον οποίο συζούν ή μονογονεϊκές οικογένειες με τη μητέρα/τον πατέρα αρχηγό ή οποιαδήποτε άλλη μορφή οικογένειας – έχουν περισσότερες πιθανότητες να θεωρούν τους εαυτούς τους ενήλικες και να παρουσιάζουν μία ωριμότητα που δεν ταιριάζει με την ηλικία τους, σε σχέση με τους νέους που μένουν σε οικογένειες με τους δύο βιολογικούς τους γονείς (Benson &Furstenberg, 2007; Johnson et al., 2007).

Έρευνα που έγινε στις Η.Π.Α. με τη συμμετοχή 13,673 εφήβων από 134 σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε 80 κοινότητες, έδειξε ότι οι έφηβοι που μεγαλώνουν σε οικογένειες με μόνη μητέρα έχουν χαμηλότερα εισοδήματα και το μορφωτικό επίπεδο του γονέα είναι χαμηλότερο, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι πιθανότητες για τα παιδιά των οικογενειών αυτών να αισθάνονται και να αυτοπροσδιορίζονται ως ενήλικες. Εξαιτίας του χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου της οικογένειας τους, τα παιδιά συχνά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πολύ νωρίτερα τους εαυτούς τους ως ενήλικες σε σχέση με τους συνομήλικους τους που βρίσκονται σε πιο πλεονεκτική θέση, αφού η οικογένεια τους ενδεχομένης να τους παρέχει μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες κατά την παιδική και την εφηβική τους ηλικία αναλαμβάνουν μεγαλύτερες ευθύνες οικονομικές, αλλά και όσον αφορά το νοικοκυριό, ενώ ταυτόχρονα, έχουν αλληλεπιδράσεις σε μεγαλύτερο βαθμό σαν ενήλικες με τους γονείς τους. Το παιδί στις οικογένειες αυτές αισθάνεται νωρίτερα σαν ενήλικας, επειδή η αυτονομία του δεν περιορίζεται και ο γονιός δείχνει να τον εμπιστεύεται στη λήψη των δικών του αποφάσεων (Benson & Johnson, 2009; Ellwood, 1988).

Τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες αναλαμβάνουν περισσότερες οικιακές εργασίες σε σχέσημε τα παιδιά από τυπικές οικογένειες. Οι γονείς αναθέτοντας στα παιδιά τους περισσότερες ευθύνες, δείχνουν ότι τους εμπιστεύονται στην εκτέλεση μίας αποστολής που τυπικά είναι σχεδιασμένη για ενήλικες και αυτό συμβάλλει στον προσδιορισμό από μέρους των παιδιών ως ενήλικες. Οι ευθύνες μέσα στο νοικοκυριό επιταχύνουν την απομάκρυνση των παιδιών από το σπίτι και συμβάλλουν σε ορισμένο βαθμό στη διαφορά της χρονικής στιγμής που φεύγουν από το σπίτι τα παιδιά μονογονεϊκών και τυπικών οικογενειών. Επίσης, τα κορίτσια τείνουν να αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες που αφορούν το νοικοκυριό και αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι απομακρύνονται νωρίτερα από το σπίτι σε σχέση με τα αγόρια (Cooney & Mortimer, 1999).

Σεμία έρευνα της McLanahan (1988), βρέθηκε ότι τα κορίτσια από μονογονεϊκές οικογένειες, κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της εφηβείας, είναι πιθανότερο να γίνουν αρχηγοί του νοικοκυριού και να φροντίζουν για την επιβίωση της οικογένειας σε σχέση με τα παιδιά που μένουν με τους δύο γονείς. Η ανάθεση ρόλου ενηλίκου στο παιδί αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα για το γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών διακρίνονται για την πρόωρη ωρίμανση τους. Ωστόσο, η απαίτηση του μόνου γονέα το παιδί να αναλάβει αυτό το ρόλο ή οι υπέρμετρες προσδοκίες του μόνου γονέα από αυτό σε συνδυασμό με μία εκβιαστική στάση απέναντι στο παιδί, όπως ότι αφιέρωσε τη ζωή του για να το μεγαλώσει και για χάρη του δεν ξαναπαντρεύτηκε, μπορεί να επιβαρύνει το παιδί που φορτίζεται με άγχος, αποδιοργανώνεται και γεμίζει ενοχές όταν τα αποτελέσματα των εργασιών που ανέλαβε δεν είναι τα αναμενόμενα. Το παιδί μεγαλώνοντας αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα αυτού του ρόλου και ότι λειτουργεί ως υποκατάστατο του απόντος συζύγου.
Πολλές μόνες μητέρες αναφέρουν ότι είναι φίλοι με τα παιδιά τους παρά ότι έχουν τη σχέση μάνας και παιδιού, καθώς συζητούν μαζί τους για πολλά θέματα, συναποφασίζουν και το παιδί με αυτό τον τρόπο παίρνει τη θέση ενηλίκου στην οικογένεια. Εάν, μάλιστα, η οικογένεια ζει σε συνθήκες φτώχειας, τότε το πέρασμα του παιδιού στο ρόλο ενηλίκου γίνεται νωρίτερα και μέσω της εργασίας του (Weiss, 1979c).

Οι περισσότεροι μόνοι γονείς επιζητούν από το παιδί τους το άτομο εκείνο που θα τους παρέχει την απαραίτητη συναισθηματική ασφάλεια που τους λείπει με αποτέλεσμα την υπέρμετρη απόδοση ευθυνών στο παιδί και την αύξηση της πιθανότητας ρήξης της σχέσης τους μετά από μία αποτυχημένη παρέμβαση του παιδιού στη λήψη κάποιας απόφασης. Το παιδί παίρνει αναγκαστικά το ρόλο ενός ενήλικου στη νέα οικογένεια και σε μερικές περιπτώσεις ο ρόλος αυτός αποθαρρύνει την εμφάνιση νεανικής παραβατικότητας που πιθανώς να εκδήλωνε (Olivier, 1993). Εντούτοις, υπάρχει και η άποψη που εκφράζει ότι αυτή η απότομη ενηλικίωση εμποδίζει τη φυσιολογική εξέλιξη του παιδιού καθώς καταπιέζεται από αυτή την κατάσταση και αδυνατεί να εκφράσει τις περισσότερες φορές τίρρηση του μέσα στα στενά πλαίσια της μονογονεϊκής οικογένειας, ενώ μία ενδεχόμενη ρήξη του με το μόνο γονέα θα είχε το χαρακτήρα διαζυγίου με όλες τις συνέπειες που αυτό αποφέρει. Πιθανές συνέπειες όλων αυτών μπορεί να είναι είτε η εμφάνιση αυτοκαταστροφικών τάσεων από τη μεριά του παιδιού, όπως εξαρτήσεις από ουσίες, είτε η εμφάνιση νεανικής παραβατικότητας (Μπαμπάλης, 2005α).

Σε μία έρευνα του Cho και των συνεργατών του (2009) βρέθηκε ότι οι έφηβοι από μονογονεϊκές οικογένειες παρουσιάζουν περισσότερες αντικοινωνικές συμπεριφορές από τους έφηβους που μένουν με τους δύο γονείς. Οι έφηβοι από οικογένειες με ένα γονέα είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να υποκύψουν σε μία ενδεχόμενη πρόκληση να χτυπήσουν ή να παλέψουν σωματικά με κάποιον επειδή τους έκανε να θυμώσουν σε σχέση με τους έφηβους από τυπικές οικογένειες.

Σε μία άλλη έρευνα, όπου συμμετείχαν 1,400 παιδιά ηλικίας 12-16 ετών, βρέθηκε ότι ο χωρισμός των γονιών σχετίζεται με ένα μεγαλύτερο βαθμό προβλημάτων συμπεριφοράς των παιδιών. Όταν, μάλιστα, υπάρχουν πολλές μεταβάσεις στο γάμο, τότε τα προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών εντείνονται περισσότερο, όμως όταν τα παιδιά ζουν με γονιό του ιδίου φύλου μετά το χωρισμό ή διατηρούν μία καλή σχέση με τον έναν ή και τους δύο γονείς, τότε η συμπεριφορά των παιδιών παρουσιάζει βελτίωση (Peterson & Zill, 1986).Στην έρευνα των Carlson και Corcoran (2001),με συμμετέχοντες παιδιά ηλικίας 7-10 ετών από διάφορες μορφές οικογένειας, βρέθηκε ότι το οικογενειακό εισόδημα, η ψυχολογική κατάσταση της μητέρας και η ποιότητα του περιβάλλοντος μέσα στο σπίτι είναι σημαντικοί παράγοντες για τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των παιδιών.

Σε μία ανασκόπηση εμπειρικών ερευνών από το 1990-1999, βρέθηκε ότι τα παιδιά από διαζευγμένους γονείς έχουν περισσότερα προβλήματα προσαρμογής από τα παιδιά μη διαζευγμένων γονιών και το διαζύγιο δεν αποτελεί τον σημαντικότερο λόγο, αλλά οι αρνητικές επιδράσεις ενός προβληματικού γάμου, όπως οι συγκρούσεις και η βία (Kelly,2000), ενώ ο Herbert (1997) αναφέρει ότι ο χωρισμός, το γεγονός αυτό που προκαλεί έναν έντονο ψυχικό τραυματισμό στα παιδιά, συχνότατα γίνεται πολλά χρόνια πριν το διαζύγιο.

Μία άλλη έρευνα έδειξε ότι οι μη τυπικές μορφές οικογένειας, και ιδιαίτερα οι μονογονεϊκές οικογένειες που προκύπτουν από διαζύγιο, παρουσιάζουν περισσότερες συγκρούσεις, με αποτέλεσμα οι γονείς και τα παιδιά να αποστασιοποιούνται σε σχέση με τις τυπικές οικογένειες με τους δύο γονείς. Οι διενέξεις αυτές απομακρύνουν πρόωρα τους εφήβους από τους γονείς στην προσπάθεια να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από το αρνητικό οικογενειακό πλαίσιο και αυτό διευκολύνει τον νωρίτερο αυτοπροσδιορισμό τους ως ενήλικες, όμως πιθανό να οδηγήσει και στην εκδήλωση ανάρμοστων συμπεριφορών(Hanson et al., 1996). Καθοριστικοί παράγοντες για την προσαρμογή των εφήβων και τη μείωση των προβλημάτων συμπεριφοράς είναι οι καλές και ειλικρινείς σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών, αλλά και ο περιορισμός των συγκρούσεων μεταξύ των γονέων (Long etal., 1987; Peterson & Zill, 1986).

Η έρευνα του Long και των συνεργατών του (1987)με συμμετέχοντες έφηβους ηλικίας 11-15 ετών με γονείς παντρεμένους και προσφάτως διαζευγμένους, έδειξε ότι οι συγκρούσεις των γονιών σχετίζονται με τις μειωμένες γνωστικές και κοινωνικές ικανότητες των εφήβων, αλλά και με περισσότερα προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ η μορφή οικογένειας σχετίζεται με την προσωπική αντίληψη των εφήβων για τις γνωστικές και κοινωνικές τους ικανότητες. Οι έφηβοι των οποίων οι γονείς είχαν χωρίσει πρόσφατα πίστευαν ότι είχαν μειωμένες γνωστικές και κοινωνικές ικανότητες, δίχως, όμως, αυτό να σημαίνει ότι εκείνο που πίστευαν άγγιζε την πραγματικότητα.

Η οικονομική στήριξη του πατέρα μετά τη διάλυση του γάμου συμβάλλει σε κάποιο βαθμό στη μείωση της πιθανότητας εμφάνισης προβλημάτων συμπεριφοράς στα παιδιά(Furstenberg et al., 1987). Το χαμηλό εισόδημα έχει σημαντική επίδραση στην ψυχοκοινωνική νοσηρότητα των παιδιών από οικογένειες με ένα γονέα, ενώ αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση των παιδιών που μένουν με τους δύο γονείς κατά τους Kerr και Beaujot(2002), καθώς σύμφωνα με την έρευνα τους, τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες είχαν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν ενδείξεις υπερκινητικότητας, συναισθηματικής δυσφορίας, άγχους και επιθετικότητας από τα παιδιά των τυπικών οικογενειών.

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι έφηβοι των μονογονεϊκών οικογενειών έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, περισσότερα συμπτώματα άγχους και μοναξιάς, αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχιατρικών νοσημάτων, πιο καταθλιπτική διάθεση και περισσότερες σκέψεις και τάσεις αυτοκτονίας από τους εφήβους των τυπικών οικογενειών, ενώ η μη ικανοποιητική σχέση μεταξύ των γονιών, και όχι η μορφή οικογένειας καθεαυτή, σχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα ευεξίας και ικανοποίησης από τη ζωή τους, υψηλότερα επίπεδα άγχους και μειωμένες φιλοδοξίες (Amato, 2000; Garnefski & Diekstra, 1997; Grossman &Rowat, 1995; Weitoft et al., 2003).

Η μελέτη της Hetherington και των συνεργατών της (1979) έδειξε ότι τα παιδιά των χωρισμένων οικογενειών κατά τον πρώτο χρόνο μετά το διαζύγιο παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα αντικοινωνικής συμπεριφοράς σε σχέσημε τα παιδιά των πυρηνικών οικογενειών που βίωναν έντονες διαμάχες στο οικογενειακό τους περιβάλλον. μετά από δύο χρόνια, όμως, οι όροι αντιστράφηκαν με τα παιδιά των πυρηνικών οικογενειών με έντονες διαμάχες να δείχνουν περισσότερη αντικοινωνική συμπεριφορά από αυτά των χωρισμένων οικογενειών.

Στο αρχικό διάστημα του χωρισμού των γονέων, οι αντιδράσεις των παιδιών είναι αναμενόμενες και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φυσιολογικές εξαιτίας της κρίσης και του θρήνου που περνά η οικογένεια. Οι άμεσες αντιδράσεις στο χωρισμό των γονέων που έχουν αναφερθεί παραπάνω, συνήθως εμφανίζονται σε οξεία μορφή για λίγους μήνες, όμως αρχίζουν να υποχωρούν σε διάστημα δύο περίπου χρόνων μετά το χωρισμό. Οι ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που βίωσαν στην παιδική τους ηλικία τη διάλυση της οικογένειας τους έχουν ελαφρώς μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν ψυχοσυναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες, οι οποίες κάνουν τα παιδιά πιο εύθραυστα, αλλά όχι υποχρεωτικά και δυστυχισμένα (Herbert, 1997).


2.3.μακροπρόθεσμες ψυχοκοινωνικές επιδράσεις στα παιδιά


Ενώ οι βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις των παιδιών (μέχρι δύο χρόνια μετά το χωρισμό) συσχετίζονται ιδιαίτερα με την ηλικία και αντίστοιχα με το στάδιο ανάπτυξης των παιδιών, η μακροχρόνια προσαρμογή τους συσχετίζεται περισσότερο με άλλες παραμέτρους κατά τους Wallerstein και Kelly (1980a). Οι καθοριστικές αυτές παράμετροι είναι η ικανότητα των γονέων να παραμερίσουν το θυμό και τις συγκρούσεις μεταξύ τους και να αισθανθούν ανακούφιση μετά τη λύση του γάμου, η ικανότητα των γονέων για σωστή ανατροφή των παιδιών, η απουσία αισθημάτων απόρριψης στο παιδί από τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια και η συνεχής επικοινωνία μαζί του, η προσωπικότητα και η ψυχολογική επάρκεια του παιδιού για την αντιμετώπιση της κρίσης της οικογένειας του και η ικανότητα του για αναζήτηση στήριξης από συνομήλικους και ενήλικους, η απουσία συνεχιζόμενου θυμού και κατάθλιψης στο παιδί, καθώς και η ύπαρξη ενός δικτύου υποστήριξης για το παιδί. Η προσαρμογή των παιδιών μακροπρόθεσμα συνδέεται άμεσα με την ικανότητα των γονέων να παραμείνουν υπεύθυνοι και σταθεροί στην ανατροφή και επίβλεψη των παιδιών, ενώ παράλληλα τα παιδιά με ψυχολογική επάρκεια, κοινωνικές δεξιότητες και ωριμότητα είναι περισσότερο ικανά να αντιμετωπίσουν το χωρισμό των γονιών τους και είναι πιθανότερο να έχουν μία πιο θετική αντιμετώπιση και στήριξη από τους γονείς τους και από άλλα άτομα του περιβάλλοντος τους (Hetherington, 1989).

Η Wallerstein (1985) σε μία επανεξέταση των παιδιών από χωρισμένους γονείς δέκα χρόνια μετά, διαπίστωσε ότι οι νεαροί πλέον ενήλικες εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι το διαζύγιο των γονιών τους είχε σημαντικές επιπτώσεις στη δική τους ζωή, ενώ είχαν έντονες και δυσάρεστες μνήμες από τα γεγονότα του χωρισμού των γονιών τους, τα οποία τους προκαλούσαν λύπη, μία συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια για τους γονείς τους και το αίσθημα ότι στερήθηκαν εμπειρίες που θα είχαν βιώσει εάν είχαν μεγαλώσει και με τους δύο γονείς. Αξιοσημείωτο είναι ότι εκδήλωναν έντονη ανησυχία μήπως οι ίδιοι επαναλάβουν ένα δυστυχισμένο γάμο, όπως οι γονείς τους, και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι θα αποφύγουν ένα πιθανό διαζύγιο για χάρη των παιδιών τους.

Τα κορίτσια που μεγάλωσαν σε μονογονεϊκές οικογένειες είναι περισσότερο πιθανό να παντρευτούν νωρίς και να κάνουν παιδιά, να γεννήσουν παιδιά πριν από το γάμο και να χωρίσουν (Hetherington & Parke, 1975; McLanahan & Bumpass, 1988), ενώ η Hetherington(1972) αναφέρει ότι τα κορίτσια που είχαν βιώσει το διαζύγιο των γονιών τους πριν την ηλικία των πέντε ετών είχαν ερωτικές σχέσεις νωρίτερα και συχνότερα συγκριτικά με τα κορίτσια που είχαν βιώσει το διαζύγιο των γονιών τους μετά την ηλικία των πέντε ετών. Επιπλέον, στα κορίτσια δημιουργείται συχνά αρνητική στάση για τους άνδρες κατά την περίοδο της εφηβείας και μπορεί να απορρίψουν τον πατέρα τους ή το νέο σύντροφο της μητέρας τους, προκαλώντας διάφορες καταστάσεις.

Ο Lebovici (1993) αναφέρει ότι η στέρηση της παρουσίας ενός από τους γονείς δημιουργεί στο παιδί ένα αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο είναι ιδιαίτερα σοβαρό στην κρίσιμη περίοδο της εφηβείας και μπορεί να οδηγήσει στην ανάγκη αναζήτησης άλλων στηριγμάτων στη ζωή, όπως την πρόωρη δημιουργία οικογένειας ή τη σύναψη συχνών ερωτικών σχέσεων. Τα αγόρια χωρισμένων γονιών, επίσης, είναι πιθανό να αρχίσουν μία περιπετειώδη ζωή με πολλαπλούς εφήμερους δεσμούς, ενώ στην περίπτωση αυτή, η ύπαρξη μίας εγκυμοσύνης είναι πολύ πιθανή και κατ’ αυτό τον τρόπο, η μονογονεϊκότητα μεταβιβάζεται στην επόμενη γενιά. Σε μία έρευνα των Keith και Finlay (1988) βρέθηκε ότι τα κορίτσια των χωρισμένων οικογενειών έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να πάρουν διαζύγιο, ενώ η πιθανότητα για τα αγόρια να παντρευτούν κάποια στιγμή της ζωής τους είναι μειωμένη και η πιθανότητα να πάρουν διαζύγιο είναι αυξημένη μόνο εάν βρίσκονται σε χαμηλή κοινωνική τάξη.

Οι Amato και Keith (1991b) διαπίστωσαν ότι το διαζύγιο των γονέων μπορεί να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην ποιότητα της ενήλικης ζωής. Οι ενήλικοι που είχαν βιώσει το χωρισμό των γονιών τους παρουσίαζαν περισσότερες δυσκολίες στην ψυχολογική τους προσαρμογή (όπως κατάθλιψη, μικρή ικανοποίηση από τη ζωή τους), στην οικογενειακή τους ζωή (όπως μη ικανοποιητική ποιότητα συζυγικής σχέσης, διαζύγιο) και στην κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση (όπως χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, χαμηλό εισόδημα, μη ικανοποιητική επαγγελματική κατάσταση) σε σύγκριση με τους ενηλίκους των οποίων οι  γονείς παρέμειναν παντρεμένοι.
Υπάρχει, επίσης, αυξημένος κίνδυνος για τα παιδιά χωρισμένων γονιών που έχουν βιώσει τη βία στην οικογένεια τους, όταν μεγαλώσουν να γίνουν κι αυτά φορείς βίας ως γονείς. Ο Patterson (1976) υποστηρίζει ότι τα παιδιά από οικογένειες όπου επικρατούν διαμάχες, μαθαίνουν να είναι αντικοινωνικά στις σχέσεις τους με τους άλλους ακολουθώντας το μοντέλο των γονέων τους.

Μία έρευνα των McLanahan και Booth (1989) έδειξε ότι τα παιδιά των μονογονεϊκών οικογενειών έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν κι αυτά με τη σειρά τους μόνοι γονείς απ’ ότι τα παιδιά των τυπικών οικογενειών και να γίνουν φτωχοί ενήλικοι, γεγονός που συσχετίζεται με το μειωμένο μορφωτικό επίπεδο και την επαγγελματική αποκατάσταση του μόνου γονέα. Για ορισμένα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες η παιδική ηλικία τελειώνει νωρίς, η εφηβεία δε διαρκεί πολύ και όλα έρχονται πρόωρα, όπως η εγκατάλειψη του σχολείου, η είσοδος στην αγορά εργασίας, η δημιουργία νέας οικογένειας. Οι χαμηλές προσδοκίες εκπαιδευτικών και γονέων και η μειωμένη ενθάρρυνση και υποστήριξη μειώνει την εκπαιδευτική φιλοδοξία και επιτυχία των παιδιών, που με τη σειρά της οδηγεί σε αποτυχία στην αγορά εργασίας και σε μεταβίβαση της φτώχειας στην επόμενη γενιά. Η εκπαιδευτική αποτυχία των παιδιών αυτών δεν αποτελεί, βέβαια, αποτέλεσμα ατομικής ανικανότητας, αλλά στο γεγονός ότι δεν έχουν τις ίδιες εκπαιδευτικές εμπειρίες ή μπορεί να μην έχουν ποτέ τη δυνατότητα για εκπαιδευτική επιτυχία (Connell, 1994; Kriesberg, 1967;Sewell & Vimal, 1968). Πολλοί εκπαιδευτικοί έχουν διαφορετική αντίληψη και προσδοκίες για τα παιδιά των χωρισμένων γονιών από αυτές που σχηματίζουν για τα παιδιά που ζουν σε οικογένειες με δύο γονείς (Guttman et al., 1988). Οι αντιλήψεις αυτές επηρεάζουν τη συμμετοχή και τη γνώση των γονιών για όσα συμβαίνουν στο σχολείο, αλλά και άλλους
τομείς που έχουν σχέση με τη δυνατότητα για εκπαιδευτική επιτυχία του παιδιού (Blechman,1982; Stevenson & Baker, 1987).

Το υψηλό ποσοστό εγκατάλειψης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από τα παιδιά που ζουν σε μονογονεϊκή οικογένεια ερμηνεύεται, εν μέρει, από τη σύναψη ερωτικών σχέσεων, γάμου και την ύπαρξη εγκυμοσύνης σε μικρή ηλικία, ταυτόχρονα με τις δυσκολίες που έχουν στη σχέση τους με το άλλο φύλο (Mulkey et al., 1992). Η ζωή ενός παιδιού σε μονογονεϊκή οικογένεια αυξάνει την πιθανότητα για πρώιμη έναρξη σεξουαλικών σχέσεων και εγκυμοσύνης κατά την εφηβική ηλικία (Udry, 1988), ενώ η μειωμένη δυνατότητα ελέγχου των σχέσεων του παιδιού από τη μόνη μητέρα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της εφηβικής εγκυμοσύνης των παιδιών αυτών κατά τους Hogan και Kitagawa (1985).

Το διαζύγιο φαίνεται να επαναλαμβάνεται κατά κάποιο τρόπο στα παιδιά των διαζευγμένων γονιών. Τα παιδιά αυτά πιθανό να έζησαν τραυματισμένη παιδική ζωή, είδαν ότι ούτε η μητέρα αγαπήθηκε από τον πατέρα, ούτε ο πατέρας από τη μητέρα και μεταφέρουν, αργότερα, αυτή την ψυχολογία στη δική τους στέγη. Πολλές φορές δεν είναι έτοιμα να ολοκληρωθούν σαν προσωπικότητες ή να ωριμάσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να δεχθούν και να αγαπήσουν τον άνθρωπο με τον οποίο θα ζήσουν (Χουρδάκη, 1992).

Σύμφωνα με την Oger (1993), το παιδί ασυνείδητα φοβάται ότι θα χάσει και τον άλλο γονέα με τον οποίο ζει το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αργότερα, ενδεχομένως να φοβάται να κάνει μία στενή συναισθηματική σχέση, γνωρίζοντας ότι αυτή μπορεί να διαλυθεί, με αποτέλεσμα να προτιμά τη μοναξιά από την αγωνία της πιθανής επανάληψης της εγκατάλειψης που βίωσε όταν ήταν παιδί.
Όλα τα προβλήματα που έχουν αναφερθεί είναι ενδεικτικά των κατευθύνσεων που μπορεί να οργανωθεί ο πόνος, όπως τα παιδιά τον αντιλαμβάνονται, και της μορφής που μπορούν να πάρουν οι αντιδράσεις τους. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν εμπειρίες που βιώνουν όλα τα παιδιά. Συγκεκριμένα, όταν η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας είναι καλή και ο γονέας έχει την ικανότητα να αντεπεξέρχεται στις δοκιμασίες, τότε υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες ώστε η ανάπτυξη του παιδιού να είναι η επιθυμητή(Κογκίδου, 1995).




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου